Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι: αυτοί που λατρεύουν τον πατσά και αυτοί που τον σιχαίνονται, δεν υπάρχει το ενδιάμεσο. Εγώ τον λάτρεψα. Η πρώτη φορά που δοκίμασα μού έχει μείνει αξέχαστη. Ήταν το 2019 στη Θεσσαλονίκη, λίγο πριν την καραντίνα, μετά από ποτό και χορό με την παρέα. Ως τότε, στο μυαλό μου ο πατσάς ήταν συνδεδεμένος με λούμπεν καταστάσεις και η ιδέα να τον δοκιμάσω μου προκαλούσε φρίκη. Στο μαγαζί που με πήγαν μου έκαναν εντύπωση τα πάντα. Οι πελάτες ήταν καλοντυμένες κυρίες με γούνες, μεγάλες παρέες νεαρών ατόμων, μοναχικοί τύποι που έβγαιναν για σούπα τη νύχτα, πρόσωπα σοβαρά και γελαστά, όλα πάνω από ένα πιάτο πατσά, σκέτο ή ανάμεικτο. Ο χώρος ήταν πεντακάθαρος, λουσμένος στο φως, με λευκά τραπέζια και άνετος, κι ο μάγειρας πίσω από τα καζάνια να βγάζει τα κομμάτια κρέατος από τον ζωμό και να τα κόβει με χορογραφική δεξιοτεχνία. Οι φίλοι μου ήταν κατηγορηματικοί, παρήγγειλαν και για μένα ό,τι έτρωγαν αυτοί και όταν ήρθε η ώρα να δοκιμάσω, κατάλαβα γιατί αυτό το ταπεινό και για πολλούς αηδιαστικό πιάτο έχει τόσο φανατικούς υποστηρικτές.
Στη Βόρεια Ελλάδα, και ειδικά στη Θεσσαλονίκη, ο πατσάς είναι πολύ διαδεδομένος και τα πατσατζίδικα βαθιά συνδεδεμένα με την ιστορία της πόλης. Αν θέλεις να φας σωστό πατσά, από εκεί πρέπει να ξεκινήσεις. Μέχρι και το πεντάστερο Μακεδονία Palace σερβίρει το έδεσμα στο κυριακάτικο μενού του. Η σελίδα στο facebook «Πατσάς, η τροφή των θεών» είναι από τις πιο δημοφιλείς σελίδες για φαγητό, με τους followers να ποστάρουν τους αγαπημένους τους πατσάδες και τα σχόλια από κάτω να πέφτουν βροχή.
Στην Αθήνα έχουν μείνει ελάχιστα από τα παλιά πατσατζίδικα, ωστόσο εξακολουθείς να βρίσκεις καλής ποιότητας πατσά σε διάφορες περιοχές όπου παραδοσιακά σύχναζαν ταξιτζήδες και φορτηγατζήδες. Και η ανθρωπογεωγραφία των ανθρώπων που συχνάζουν έχει μια ενδιαφέρουσα ποικιλία -νέοι, γέροι, ανεξαρτήτως φύλου και υπόβαθρου…
Διαβάστε περισσότερα στον Γαστρονόμο

