Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η Κύπρος βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος πολλών μεγάλων δυνάμεων –ιδιαίτερα ναυτικών– ανά τους αιώνες. Στο πλαίσιο αυτό, το 1376 οι Γενουάτες κατέλαβαν την Αμμόχωστο και την κράτησαν σχεδόν επί έναν αιώνα. Στη συνέχεια, περιήλθε για μικρό χρονικό διάστημα και πάλι στην κυριαρχία των Λουζινιανών –με τη βοήθεια των Ενετών, οι οποίοι ήδη είχαν σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στο νησί–, πριν περάσει επίσημα στα χέρια των τελευταίων το 1489.
Στο β΄ μισό του 16ου αιώνα, το νησί θα γινόταν ο επόμενος στόχος για την επεκτεινόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία – ειδικά μετά την αποτυχία της στην πολιορκία της Μάλτας το 1565.
Η εκστρατεία εναντίον της Κύπρου ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1570. Οι Οθωμανοί, υπό τη διοίκηση του Λάλα Μουσταφά Πασά και του Πιαλή Πασά, παρατάχθηκαν κατά μήκος της νότιας ακτής, επέδραμαν στη Λεμεσό και στη συνέχεια αποβιβάστηκαν στη Λάρνακα, δίνοντας υποσχέσεις στους ντόπιους περί ανταμοιβής τους, αν τους υποστήριζαν, και μιας «ηπιότερης» διακυβέρνησης από εκείνη των Ενετών.
Από την άλλη πλευρά, το ενετικό καθεστώς στο νησί δεν οργάνωσε την άμυνά του με ουσιαστικό τόπο. Ταυτόχρονα, η διστακτικότητα που επέδειξε ο επικεφαλής της πολιτικής διοίκησης στη Λευκωσία, Νικολό Ντάντολο, δεν επέτρεψε την προβολή ουσιαστικής αντίστασης απέναντι στην οθωμανική εκστρατευτική δύναμη.
Αποτέλεσμα τούτου ήταν στις 22 Ιουλίου, έχοντας και μαζικές ενισχύσεις από την ηπειρωτική χώρα, ο Μουσταφά Πασά να προχωρήσει προς τη Λευκωσία, την οποία κατέλαβε ύστερα από πέντε ημέρες πολιορκίας˙ η τελική, επιτυχημένη επίθεση εξαπολύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου και κατά τη διάρκειά της ο Ντάντολο αποκεφαλίστηκε. Ακολούθησε η κατάληψη της Κερύνειας, η οποία παραδόθηκε χωρίς μάχη.
Το τελευταίο εμπόδιο για τον πλήρη έλεγχο του νησιού ήταν η Αμμόχωστος. Παρά την αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών, η πόλη ήταν πολύ καλά οχυρωμένη και είχε εξαιρετική διοίκηση. Οι οθωμανικές δυνάμεις έφτασαν στην Αμμόχωστο στις 17 Σεπτεμβρίου 1570. Οι συγκρούσεις μεταξύ πολιορκητών και αμυνομένων διήρκεσαν όλο τον χειμώνα και ήταν ιδιαίτερα σφοδρές. Παρά την αρχική αισιοδοξία, οι συνθήκες επιδεινώνονταν για την ενετική πλευρά. Οι Οθωμανοί είχαν εν τω μεταξύ κατασκευάσει ένα δίκτυο από χαρακώματα γύρω από τα τείχη για έχουν ελεύθερη πρόσβαση, και είχαν τοποθετήσει πολιορκητικούς πύργους.
Στις 15 Μαΐου 1571 ξεκίνησε μαζικός βομβαρδισμός, ωστόσο η πόλη κατάφερε και πάλι να αποκρούσει τους επιτιθέμενους.
Οταν στις 25 του ίδιου μήνα η Βενετία συμφώνησε με τον Πάπα Πίο Ε΄ και τον Φίλιππο Β΄ της Ισπανίας να συγκροτήσουν κοινό στόλο ενάντια στην οθωμανική ναυτική ισχύ, οι Ενετοί ήλπιζαν ότι ένα από τα άμεσα επακόλουθα θα ήταν και η απομάκρυνση των Οθωμανών από την Κύπρο. Ηταν όμως ήδη πολύ αργά για την Αμμόχωστο˙ μέχρι τον Ιούλιο, τα αποθέματα τροφίμων είχαν σχεδόν εξαντληθεί και οι κάτοικοι είχαν φτάσει στα όριά τους. Την 1η Αυγούστου 1571, οι δύο διοικητές της πόλης πρότειναν συνθηκολόγηση, την οποία ο Λάλα Μουσταφά Πασά αποδέχθηκε. Ο έλεγχος του νησιού περνούσε πλέον στους Οθωμανούς.
Παρότι στην αρχή οι διευθετήσεις του ζητήματος παράδοσης ξεκίνησαν χωρίς περιστατικά βίας, ύστερα από λίγες ημέρες, η οθωμανική πλευρά κατηγόρησε τους Ενετούς για βία εναντίον Οθωμανών αιχμαλώτων και παραβιάσεις των όρων παράδοσης. Διατάχθηκε η σύλληψη και η εκτέλεση ολόκληρης της ενετικής αντιπροσωπείας, και τα οθωμανικά στρατεύματα προχώρησαν και αυτά με τη σειρά τους σε σφαγές και λεηλασία της πόλης.
Η απάντηση των Ενετών ήρθε περίπου δύο μήνες αργότερα στη Ναύπακτο, οπότε και συνέτριψαν τους Οθωμανούς σε μια ιστορική ναυμαχία. Με αυτήν τους την επικράτηση συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στη δραστική μείωση της οθωμανικής παρουσίας στη Μεσόγειο. Το αποτέλεσμα για την Κύπρο, όμως, δεν θα άλλαζε. Θα παρέμενε υπό οθωμανική κυριαρχία μέχρι το 1878, όταν και τέθηκε υπό βρετανική κυριαρχία.

