Σαν σήμερα: 31 Ιουλίου 1875 – Πεθαίνει ο Αντριου Τζόνσον

Σαν σήμερα: 31 Ιουλίου 1875 – Πεθαίνει ο Αντριου Τζόνσον

Ως πρόεδρος, βρέθηκε αντιμέτωπος με το εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα της ανασυγκρότησης της Ενωσης και της διευθέτησης του μέλλοντος των πρώην Συνομόσπονδων Πολιτειών

3' 16" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο Αντριου Τζόνσον γεννήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 1808 στο Ράλεϊ της Βόρειας Καρολίνα σε μια φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας του πέθανε όταν ο Αντριου ήταν μόλις τριών ετών, γεγονός που ανάγκασε τη μητέρα του να εργαστεί σε κλωστοϋφαντουργία. Ο ίδιος ο Αντριου έγινε μαθητευόμενος ράφτης στην ηλικία των 14 ετών και το 1826, αφού μετακόμισε με την οικογένειά του στο Γκρίνβιλ του Τενεσί, άνοιξε δικό του ραφείο. 

Του άρεσε όμως να διαβάζει. Ξεκίνησε από ένα βιβλίο που περιείχε μερικές από τις σπουδαιότερες ομιλίες του κόσμου˙ ακολούθησε το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο σύντομα μπορούσε να απαγγείλει απέξω σε μεγάλο βαθμό. Σταδιακά, χάρη στις γνώσεις του, το ραφείο του μετατράπηκε σε ένα είδος «κέντρου πολιτικών συζητήσεων».

Εχοντας αναπτύξει τις ικανότητές του στη ρητορική, θα αναδεικνυόταν σε δημοτικό σύμβουλο πριν ακόμα κλείσει τα 21 του χρόνια και στη συνέχεια σε δήμαρχο του Γκρίνβιλ. Για οκτώ έτη, από το 1835 μέχρι το 1843, βρέθηκε στο νομοθετικό σώμα της πολιτείας, και για τα επόμενα δέκα χρόνια στην Ουάσιγκτον ως εκπρόσωπος της πολιτείας. Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως κυβερνήτης του Τενεσί και το 1856 εξελέγη γερουσιαστής των ΗΠΑ. Οταν το Τενεσί αποσχίστηκε, τον Ιούνιο του 1861, μόνο αυτός μεταξύ των γερουσιαστών του Νότου παρέμεινε στη θέση του και αρνήθηκε να ενταχθεί στη Συνομοσπονδία. 

Χάρη σε αυτήν του τη στάση και με στόχο τη διεύρυνση της βάσης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ο Τζόνσον επιλέχθηκε για τη θέση του υποψήφιου αντιπροέδρου με το ψηφοδέλτιο του Λίνκολν το 1864. Τον επόμενο χρόνο, μετά τη δολοφονία του εκλεγέντος προέδρου Λίνκολν, ο Αντριου Τζόνσον θα εισερχόταν στον Λευκό Οίκο.

Ως πρόεδρος, βρέθηκε αντιμέτωπος με το εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα της ανασυγκρότησης της Ενωσης και της διευθέτησης του μέλλοντος των πρώην Συνομόσπονδων Πολιτειών. Οι Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικανοί του Κογκρέσου, οι οποίοι ευνοούσαν μια αυστηρή στάση προς τον Νότο, απογοητεύτηκαν από το πρόγραμμα του νέου προέδρου. Η ρεπουμπλικανική πλειοψηφία αρνήθηκε να εγκρίνει τους βουλευτές του Νότου και συγκρότησε δική της Επιτροπή η οποία στόχευε στην ανασυγκρότηση των πολιτειών του Νότου που είχαν επαναστατήσει.

Ο Τζόνσον, από την άλλη, θεώρησε την πράξη αυτή ως σφετερισμό της εξουσίας του, πιστεύοντας ότι τα συνεχιζόμενα «τιμωρητικά» μέτρα κατά του Νότου, σε συνδυασμό με την εγγύηση της ψήφου στους μαύρους Αμερικανούς, δεν θα υποστηρίζονταν από την πλειοψηφία σε εθνικό επίπεδο. 

Η κατάσταση έγινε ακόμα πιο δύσκολη με το βέτο του Τζόνσον σε δύο σημαντικά νομοσχέδια που στόχευαν στην προστασία των Αφροαμερικανών. Μετριοπαθείς και Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικανοί πολώθηκαν περαιτέρω. Το Κογκρέσο, αν και απέτυχε να παρακάμψει το προεδρικό βέτο στη μία περίπτωση, το πέτυχε στην άλλη. Επιπλέον, επικύρωσε τη 14η Τροποποίηση του Συντάγματος, η οποία απονέμει την υπηκοότητα σε όλα τα άτομα που γεννήθηκαν ή πολιτογραφήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και τους εγγυάται ίση προστασία βάσει του νόμου, παρά τις αντιρρήσεις του Τζόνσον. Ο «πόλεμος» ανάμεσα στις δύο πλευρές πλέον μαινόταν ανοιχτά.

Στις εκλογές του 1866 για το Κογκρέσο, ο Τζόνσον πραγματοποίησε μια περιοδεία δεκαοκτώ ημερών στις μεσοδυτικές πολιτείες. Οι ομιλίες του, αν και προκλητικές –και μάλλον οξύθυμες–, δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι Ριζοσπάστες εξασφάλισαν μια σαρωτική νίκη. Πλέον, είχαν επαρκείς ψήφους για να παρακάμψουν οποιοδήποτε προεδρικό βέτο στα νομοσχέδιά τους. 

Μάλιστα, όταν ο Τζόνσον έπαυσε τον υπουργό Πολέμου Εντουιν Μ. Στάντον –σύμμαχο των Ριζοσπαστών στο υπουργικό συμβούλιο–, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε πρόταση παραπομπής του προέδρου –το πρώτο τέτοιο περιστατικό στην ιστορία των ΗΠΑ–, καθώς θεωρήθηκε ότι με αυτήν του την ενέργεια παραβίαζε τον Νόμο περί Θητείας. Αυτό που διακυβευόταν, δεν ήταν απλώς το μέλλον ενός προέδρου, αλλά η φύση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Για πολλούς, αν το Κογκρέσο απομάκρυνε τον πρόεδρο, τότε οι ΗΠΑ θα μετατρέπονταν σε ένα «δικτατορικό καθεστώς» υπό τη διοίκηση του Κογκρέσου. 

Τελικά, ο Τζόνσον αθωώθηκε οριακά, αλλά για μεγάλο χρονικό διάστημα θα παρέμενε στο περιθώριο. Στην Εθνική Συνέλευση των Δημοκρατικών του 1868, παρά τον μέτριο αριθμό ψήφων που έλαβε, δεν ζήτησε ενεργά εκ νέου υποψηφιότητα. Επέστρεψε στο Τενεσί και επανεξελέγη γερουσιαστής, μόλις το 1875, λίγο πριν πεθάνει, στις 31 Ιουλίου του ίδιου έτους.

Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT