Για αιώνες, η Κορέα ήταν ένα κράτος υποτελές της Κίνας. Ωστόσο, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, η Ιαπωνία, μετά την Αποκατάσταση Μέιτζι, επιδίωκε να επεκτείνει την επιρροή της στην περιοχή. Στο πλαίσιο αυτής της φιλοδοξίας, η Κορέα λειτουργούσε σε πρακτικό επίπεδο ως στρατηγικό προγεφύρωμα και σε συμβολικό επίπεδο ως τεκμήριο δύναμης με βλέψεις περιφερειακής κυριαρχίας.
Βέβαια, το 1885 η Κίνα και η Ιαπωνία είχαν υπογράψει τη Σύμβαση του Τιεντσίν, βάσει της οποίας και οι δύο όφειλαν να αποσύρουν τα στρατεύματά τους από την κορεατική χερσόνησο και να ειδοποιήσουν η μία την άλλη πριν προχωρήσουν σε ανάπτυξη εκεί στρατιωτικής δύναμης στο μέλλον, ωστόσο η ισορροπία παρέμενε ιδιαίτερα εύθραυστη.
Τα δεδομένα άλλαξαν το 1894, όταν η κορεατική κυβέρνηση ζήτησε τη βοήθεια της Κίνας για την καταστολή της Επανάστασης των Αγροτών του Ντονγκάκ. Η Κίνα έστειλε 2.800 στρατιώτες – μια κίνηση που οδήγησε τους Ιάπωνες να απαντήσουν, στέλνοντας 8.000 δικούς τους στρατιώτες. Στις 23 Ιουλίου, οι ιαπωνικές δυνάμεις κατέλαβαν το βασιλικό παλάτι της Κορέας στη Σεούλ, εγκαθιστώντας στη χώρα φιλοϊαπωνική κυβέρνηση. Δύο ημέρες αργότερα, η Ιαπωνία επιτέθηκε στον κόλπο Ασάν σε κινεζικές ενισχύσεις που μεταφέρονταν με πλοία (ναυμαχία του Πούνγκντο). Ο Α΄ Σινοϊαπωνικός Πόλεμος είχε ξεκινήσει.
Πιο συγκεκριμένα, το ιαπωνικό ναυτικό αναχαίτισε το «Κοουσίνγκ», πλοίο με βρετανική σημαία που μετέφερε περισσότερους από 1.200 Κινέζους στρατιώτες. Παρά τις διαμαρτυρίες των Βρετανών, οι Ιάπωνες βύθισαν το πλοίο. Με τη συγκεκριμένη κίνηση επιβεβαιωνόταν η πρόθεση της Ιαπωνίας να συγκρουσθεί όχι μόνο με την Κίνα αλλά και τις δυτικές δυνάμεις προκειμένου να προωθήσει τις στρατηγικές της επιδιώξεις.
Στη συνέχεια, η Ιαπωνία εξαπέλυσε μια σειρά από συντονισμένες χερσαίες επιθέσεις. Στις 28 Ιουλίου, επικράτησε στη Μάχη του Σονγκβάν, αναγκάζοντας την Κίνα σε υποχώρηση από την περιοχή Ασάν (νότια της Σεούλ). Και μέχρι τις 29 Ιουλίου, είχε πετύχει να αποκόψει τις κινεζικές γραμμές ανεφοδιασμού.
Μια εξίσου αποφασιστική μάχη δόθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου στην Πιονγιάνγκ. Αν και οι δύο πλευρές παρέταξαν σχεδόν ισάριθμες δυνάμεις –15.000 στρατιώτες η Ιαπωνία και 13.000 η Κίνα–, ο στρατός των Τσινγκ υπέστη σοβαρές απώλειες καθώς ο αριθμός των θυμάτων ξεπέρασε τις έξι χιλιάδες. Στην πραγματικότητα, η επιρροή της Κίνας στην Κορέα είχε καταρρεύσει.
Στις 17 Σεπτεμβρίου, ακολούθησε ακόμα ένα σημαντικό πλήγμα˙ αυτή τη φορά στο κινεζικό ναυτικό, στη ναυμαχία στο Δέλτα του ποταμού Γιαλού. Με τον έλεγχο της Κίτρινης Θάλασσας να έχει πια περάσει και αυτός στα χέρια τον Ιαπώνων, η Κίνα δεν είχε τη δυνατότητα αποστολής ενισχύσεων στην Κορέα.
Πλέον, η Ιαπωνία ήταν ελεύθερη να στρέψει την προσοχή της στην κινεζική επικράτεια. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, οι ιαπωνικές δυνάμεις διέσχισαν τον ποταμό Γιαλού στη Μαντζουρία. Στις 21 Νοεμβρίου, κατέλαβαν τη ναυτική βάση, Πορτ Αρθουρ, όπου σκότωσαν χιλιάδες Κινέζους πολίτες. Η προέλαση συνεχίστηκε με την κατάληψη του Γουεϊχαϊγουέι τον Φεβρουάριο του 1895. Μέχρι τον Μάρτιο, οι ιαπωνικές δυνάμεις είχαν φτάσει να απειλούν το Πεκίνο, αναγκάζοντας τους Τσινγκ να ζητήσουν ειρήνη.
Επίσημα, ο πόλεμος έληξε στις 17 Απριλίου 1895 με τη Συνθήκη του Σιμονοσέκι. Η Κίνα αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Κορέας, παραχώρησε την Ταϊβάν, τα νησιά Πεσκαδόρες και τη χερσόνησο Λιαοντόνγκ στην Ιαπωνία, και παραχώρησε εμπορικά προνόμια στα λιμάνια της. Μόνο χάρη στην επέμβαση Ρωσίας, Γαλλίας και Γερμανίας, η Ιαπωνία επέστρεψε τη χερσόνησο Λιαοντόνγκ, γεγονός που συνέβαλε στο ξέσπασμα λίγο αργότερα του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου.
Σε κάθε περίπτωση, η σημασία του Α΄ Σινοϊαπωνικού Πολέμου υπήρξε μεγάλη, αφού σηματοδότησε σημαντικές αλλαγές καίριας σημασίας στην ανατολική Ασία. Από τη μία πλευρά, αποκάλυψε τις αδυναμίες της αυτοκρατορίας των Τσινγκ –δεν είναι τυχαίο ότι ακολούθησαν μεταρρυθμιστικά κινήματα μέχρι και το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1911–, και από την άλλη, έθεσε τις βάσεις για τον ιαπωνικό αποικισμό της Κορέας, που ξεκίνησε το 1910.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

