Στο Ομπερλαντ, στην καρδιά των Ελβετικών Αλπεων, βρίσκεται μια απότομη, βραχώδης «πυραμίδα» που θυμίζει κάθετο τοίχο καλυμμένο από πάγο: το βουνό Αϊγκερ. Για πολλά χρόνια το όνομά του συνδεόταν μόνο με τραγωδίες οι οποίες εκτυλίσσονταν στις πλαγιές του, γεγονός που το είχε αναγάγει σε πρόκληση για τους ριψοκίνδυνους ορειβάτες.
Στις 17 Ιουλίου 1934, οι Willy Beck, Kurt και Georg Löwinger –τρεις ορειβάτες από τη Σαξονία– επιχείρησαν να το κατακτήσουν. Δύο ημέρες αργότερα, η πτώση του Beck σηματοδότησε το άδοξο τέλος της αποστολής τους. Στις 21 Αυγούστου 1935, ξεκίνησε ακόμα μία αποστολή, αυτή τη φορά από το Μόναχο. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, το τέλος ήταν τρομακτικό. Οι Karle Mehringer και Max Sedlmayr εξαφανίστηκαν στο σημείο που σήμερα είναι γνωστό ως ο «Θάνατος του Μπιοβουάκ» πέντε μόλις μέρες μετά την έναρξη της ανάβασής τους.
Παρ’ όλα αυτά, η πρόκληση ολοένα και μεγάλωνε. Στις 18 Ιουλίου 1936, οι Toni Kurz, Andreas Hinterstoisser, Edi Rainer και Willy Angerer ξεκίνησαν και αυτοί με τη σειρά τους να κατακτήσουν τη βόρεια πλευρά του Αϊγκερ. Οι εκπλήξεις και οι δυσκολίες ήταν πολυάριθμες. Αφού ο Hinterstoisser κατάφερε να ξεπεράσει ένα πολύ δύσκολο πέρασμα –σήμερα γνωστό ως «Πέρασμα Hinterstoisser»–, οι ορειβάτες απέσυραν το σχοινί που εξασφάλιζε την υποχώρησή τους – δεν φαντάζονταν ότι θα έπρεπε να γυρίσουν πίσω. Οι συνθήκες, όμως, ήταν κακές –ο πάγος είχε γίνει ο χειρότερος εχθρός τους– και οι δυνάμεις τους σταδιακά τούς εγκατέλειπαν.
Η ομάδα αποφάσισε να κάνει καταρρίχηση, καταφέρνοντας να επικοινωνήσει με τους διασώστες που βρίσκονταν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Αϊγκερβαντ. Υστερα από αυτό, υπήρχε η αισιοδοξία ότι το εγχείρημα θα είχε αίσιο τέλος. Μάταια όμως. Οι ορειβάτες χτυπήθηκαν από χιονοστιβάδα. Οι Andreas Hinterstoisser, Willy Angerer και Edi Rainer δεν θα τα κατάφερναν. Ο μόνος επιζών ήταν ο Kurz.
Παρότι τρεις οδηγοί ρίσκαραν τη ζωή τους για να τον σώσουν, δεν μπόρεσαν τελικά να τον φτάσουν. Στις 22 Ιουλίου, όντας διαρκώς καθηλωμένος στο ίδιο σημείο, το χέρι του είχε πια παγώσει. Κατάφερε μεν να κόψει το σχοινί που τον συνέδεε με τον Angerer και να κρατηθεί από την επιφάνεια του βράχου, αλλά οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει. Δεν θα τα κατάφερνε ούτε αυτός. Υστερα από αυτή την τελευταία τραγωδία, το καντόνι της Βέρνης προσπάθησε να αποτρέψει τυχόν άλλες αναβάσεις – μια προσπάθεια που αποδείχθηκε ανεπιτυχής. Στις 21 Ιουλίου 1938, δύο ομάδες με σχοινιά ξεκίνησαν να κατακτήσουν την αδυσώπητη βόρεια πλευρά του Αϊγκερ: οι Αυστριακοί Fritz Kasparek και Heinrich Harrer από τη μία πλευρά και οι Γερμανοί Andreas Heckmair και Ludwig Vörg από την άλλη.
Οι Γερμανοί ήταν καλύτερα εξοπλισμένοι, αλλά οι Αυστριακοί είχαν το πλεονέκτημα ότι γνώριζαν τον δρόμο της επιστροφής κατά μήκος της δυτικής πλευράς του επικίνδυνου βουνού. Κατά τη διάρκεια της ανάβασης, οι δύο ομάδες αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Για τρεις μέρες και τρεις νύχτες, οι ορειβάτες ήρθαν αντιμέτωποι με δυνατούς ανέμους και χιονοστιβάδες, αλλά επέμειναν, πετυχαίνοντας αυτό που μέχρι τότε φάνταζε ακατόρθωτο όνειρο.
Λίγο μετά το μεσημέρι της 24ης Ιουλίου, εξαντλημένοι και με πολλά σημάδια στο σώμα τους, βρίσκονταν σε υψόμετρο 3.967 μέτρων: η βόρεια πλευρά του Αϊγκερ είχε κατακτηθεί.
Το ενδιαφέρον του κόσμου υπήρξε μεγάλο με τα δημοσιεύματα του ελβετικού –και όχι μόνο– Τύπου να είναι πολυάριθμα. Ταυτόχρονα, όμως, το συγκεκριμένο επίτευγμα λειτούργησε και ως ένα σημαντικό παράδειγμα για το τι μπορεί να επιτύχει το γερμανικό έθνος «ενωμένο». Μην ξεχνούμε ότι η Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία του Χίτλερ είχε προβεί λίγους μόλις μήνες νωρίτερα στην προσάρτηση της Αυστρίας.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

