Το καλοκαίρι του 1916, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε εισέλθει σε φάση παρατεταμένης φθοράς, κατά την οποία η στρατηγική πρωτοβουλία εξαρτιόταν από την ικανότητα κάθε πλευράς να εξαντλήσει τα αποθέματα ανθρώπινου δυναμικού και εφοδίων του αντιπάλου. Η γερμανική επίθεση στο Βερντέν, η οποία είχε πραγματοποιηθεί τον Φεβρουάριο, υποχρέωσε τους Συμμάχους να επιταχύνουν τα σχέδιά τους για μια μεγάλη συντονισμένη επιχείρηση στο Δυτικό Μέτωπο.
Η επίθεση στον ποταμό Σομ, η οποία εξαπολύθηκε την 1η Ιουλίου 1916, αποτέλεσε την κύρια προσπάθεια των δυνάμεων της Αντάντ για τη διενέργεια μιας μεγάλης αντεπίθεσης.
Σύμφωνα με τα σχέδια της βρετανικής στρατιωτικής ηγεσίας, η επιτυχία της, ωστόσο, προϋπέθετε ότι οι γερμανικές εφεδρείες δεν θα μπορούσαν να μεταφερθούν εύκολα προς την περιοχή των επιχειρήσεων. Εχοντας αυτό κατά νου, οι στρατιωτικοί ηγέτες των συμμάχων της Αντάντ αποφάσισαν να διεξαγάγουν μια περιορισμένη επίθεση κοντά στο χωριό Φρομέλ στη γαλλική Φλάνδρα, προκειμένου να καθηλώσουν τις γερμανικές δυνάμεις. Ταυτόχρονα αποσκοπούσαν στη δημιουργία της εσφαλμένης εντύπωσης ότι η επίθεσή τους στο Σομ λάμβανε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από την πραγματικότητα.
Σε γενικές γραμμές ο τομέας του Φρομέλ εθεωρείτο ήσυχος συγκριτικά με άλλα σημεία του μετώπου, επιτρέποντας τους Γερμανούς να οργανώσουν εξαιρετικά ισχυρές αμυντικές θέσεις. Η περιοχή καλυπτόταν από πολλαπλές σειρές χαρακωμάτων, καταφύγια από οπλισμένο σκυρόδεμα, συρματοπλέγματα και πολυβολεία, τα οποία εκμεταλλεύονταν το σχεδόν επίπεδο έδαφος για να ελέγχουν κάθε κίνηση στο πεδίο μεταξύ των αντίπαλων γραμμών.
Την άμυνα είχε αναλάβει η εφεδρική 6η Βαυαρική Μεραρχία υπό τον στρατηγό Γκούσταβ Σκαντσόνι φον Λίχτενφελς, ένας σχηματισμός ο οποίος αποτελείτο από έμπειρους στρατιώτες. Η μεραρχία είχε εγκατασταθεί στην περιοχή αρκετούς μήνες νωρίτερα και γνώριζε άριστα το έδαφος. Από την πλευρά της Αντάντ, την επιχείρηση σχεδίασε η Ενδέκατη Βρετανική Στρατιά υπό τον υποστράτηγο Ρίτσαρντ Χόκινγκ. Η κύρια δύναμη κρούσης αποτελείτο από την 61η Βρετανική Μεραρχία και την 5η Αυστραλιανή Μεραρχία, η οποία είχε αφιχθεί στη Γαλλία λίγες μόλις εβδομάδες νωρίτερα και επρόκειτο να συμμετάσχει για πρώτη φορά σε μια μεγάλη επιχείρηση στο Δυτικό Μέτωπο.
Η προπαρασκευή της μάχης άρχισε με πυκνό βομβαρδισμό εναντίον των γερμανικών θέσεων. Ωστόσο, το πυροβολικό των Βρετανών και των Αυστραλών δεν διέθετε επαρκή αριθμό βαρέων πυροβόλων για να καταστρέψει τα βαθιά καταφύγια. Αποτέλεσμα ήταν να μην προκληθούν σοβαρές απώλειες για τους Γερμανούς. Μόλις το απόγευμα της 19ης Ιουλίου οι βρετανικές και αυστραλιανές μονάδες εξήλθαν από τα χαρακώματά τους και κινήθηκαν προς τις γερμανικές θέσεις. Σε ορισμένα σημεία, ιδιαίτερα στον τομέα της 5ης Αυστραλιανής Μεραρχίας, μικρές ομάδες στρατιωτών κατόρθωσαν να διασπάσουν την πρώτη γραμμή άμυνας και να καταλάβουν τμήματα των γερμανικών χαρακωμάτων. Η επιτυχία αυτή, όμως, δεν έφερε κάποιο ουσιώδες αποτέλεσμα.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι Γερμανοί εξαπέλυσαν συντονισμένες αντεπιθέσεις, ανακτώντας τις θέσεις που είχαν απολέσει προσωρινά. Κατά την υποχώρησή τους, οι Αυστραλοί και οι Βρετανοί στρατιώτες αναγκάστηκαν να διασχίσουν εκ νέου την ουδέτερη ζώνη μεταξύ των δύο αντίπαλων χαρακωμάτων υπό συνεχή πυρά πολυβόλων και του πυροβολικού. Πολλοί έχασαν τις ζωές τους, άλλοι τραυματίστηκαν βαριά και παρέμειναν αβοήθητοι ανάμεσα στις αντίπαλες γραμμές, ενώ εκατοντάδες πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τα γερμανικά στρατεύματα.
Εως το πρωί της 20ής Ιουλίου η επιχείρηση είχε ουσιαστικά λήξει, χωρίς να έχει επιτευχθεί κανένας από τους αντικειμενικούς σκοπούς της. Οι γερμανικές θέσεις παρέμειναν σχεδόν ανέπαφες και η επιχείρηση δεν επηρέασε ουσιαστικά τη δυνατότητα του γερμανικού στρατού να συνεχίσει τις επιχειρήσεις του στο μέτωπο του Σομ.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

