Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Βραζιλίας βρισκόταν σε μια περίοδο αναζήτησης της ταυτότητάς της. Η αποτυχία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986, στο οποίο αποκλείστηκε στα προημιτελικά από τη Γαλλία στη διαδικασία των πέναλτι, είχε σηματοδοτήσει το τέλος μιας γενιάς σπουδαίων ποδοσφαιριστών, όπως ο Ζίκο, ο Σόκρατες και ο Φαλκάο.
Παρά το γεγονός ότι η Σελεσάο εξακολουθούσε να διαθέτει πλούσιο ταλέντο σε ποδοσφαιριστές, η έλλειψη τίτλων για σχεδόν 20 χρόνια είχε προκαλέσει την έντονη αμφισβήτηση των Βραζιλιάνων φιλάθλων και φυσικά των φίλων της ομάδας σε διεθνές επίπεδο. Ενδεικτικό ήταν ότι η Βραζιλία είχε να κατακτήσει το Κόπα Αμέρικα από το 1949, καθώς επί σαράντα χρόνια αποτύγχανε διαρκώς να επικρατήσει των αντιπάλων της στη σημαντικότερη διοργάνωση εθνικών ομάδων της Νότιας Αμερικής. Συνεπώς, το Κόπα Αμέρικα του 1989, το οποίο διοργανώθηκε στη Βραζιλία, αποτελούσε μια ευκαιρία όχι μόνο για επιστροφή στους τίτλους, αλλά και για την αποκατάσταση του κύρους της εθνικής ομάδας.
Η διοργάνωση διεξήχθη από την 1η έως τις 16 Ιουλίου 1989 σε τέσσερις πόλεις της Βραζιλίας, το Ρίο ντε Τζανέιρο, το Ρεσίφε, το Σαλβαδόρ και την Γκοϊάνια, με τη συμμετοχή και των δέκα εθνικών ομάδων της CONMEBOL. Το σύστημα διεξαγωγής της διοργάνωσης προέβλεπε δύο ομίλους των πέντε ομάδων, από τους οποίους οι δύο πρώτοι προκρίνονταν στην τελική φάση. Τότε θα σχηματιζόταν ένας νέος όμιλος τεσσάρων ομάδων, με τον πρωτοπόρο αυτού του ομίλου να κατακτά τον τίτλο, χωρίς τη διεξαγωγή τελικού.
Την τεχνική ηγεσία της Βραζιλίας είχε αναλάβει τον Ιανουάριο εκείνου του έτους ο Σεμπαστιάο Λαζαρόνι, ένας προπονητής ο οποίος είχε προκαλέσει έντονες συζητήσεις στο παρελθόν για την ποδοσφαιρική φιλοσοφία του. Αντί του παραδοσιακού επιθετικού ποδοσφαίρου, για το οποίο φημίζονταν οι Βραζιλιάνοι, επέλεξε ένα περισσότερο οργανωμένο και αμυντικά στοχευμένο σύστημα, χρησιμοποιώντας συχνά τρεις κεντρικούς αμυντικούς. Πολλοί φίλαθλοι και δημοσιογράφοι εκτιμούσαν ότι η προσέγγισή του απομάκρυνε τη Βραζιλία από το χαρακτηριστικό “jogo bonito”, το οποίο είχε τελειοποιήσει ο Πελέ τις προηγούμενες δεκαετίες. Ωστόσο, ο Λαζαρόνι πίστευε ότι το σύγχρονο ποδόσφαιρο απαιτούσε μεγαλύτερη πειθαρχία σε επίπεδο τακτικής, ακόμη και αν αυτό περιόριζε το θέαμα.
Η Βραζιλία ξεκίνησε τη διοργάνωση με νίκη με σκορ 3-1 επί της Βενεζουέλας. Ακολούθησαν δύο λευκές ισοπαλίες απέναντι στο Περού και την Κολομβία, αποτελέσματα τα οποία ουδόλως χαροποίησαν τους φιλάθλους της ομάδας, αναζωπυρώνοντας την κριτική για το συντηρητικό αγωνιστικό της στυλ. Η πρόκριση στην τελική φάση κρίθηκε στην τελευταία αγωνιστική του ομίλου, όταν η Σελεσάο επικράτησε με σκορ 2-0 της Παραγουάης, με δύο τέρματα του Μπεμπέτο.
Στην τελική φάση η Βραζιλία βρέθηκε αντιμέτωπη με την Αργεντινή, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη. Η αρχή ήταν εντυπωσιακή.
Στις 12 Ιουλίου η Βραζιλία νίκησε την Αργεντινή με σκορ 2-0, αναπτερώνοντας το ηθικό της ομάδας και αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη των φιλάθλων. Ακολούθησε ο θρίαμβος επί της Παραγουάης με σκορ 3-0 στις 14 Ιουλίου. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 16 Ιουλίου, με τη διεξαγωγή του τελευταίου αγώνα απέναντι στην Ουρουγουάη στο κατάμεστο στάδιο Μαρακανά.
Περισσότεροι από 130.000 θεατές προσήλθαν στο θρυλικό στάδιο δημιουργώντας μια εντυπωσιακή ατμόσφαιρα, προσδοκώντας να δουν από κοντά την ομάδα τους να κατακτά τον πρώτο ηπειρωτικό τίτλο της έπειτα από τέσσερις δεκαετίες.
Η Βραζιλία νίκησε την Ουρουγουάη με σκορ 1-0, με τέρμα του νεαρού τότε Ρομάριο, κατακτώντας τον τέταρτο τίτλο Κόπα Αμέρικα στην ιστορία της.
Πρώτος σκόρερ του τουρνουά αναδείχθηκε ο Μπεμπέτο με έξι τέρματα.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
