Στις 15 Ιουλίου 1927, η Βιέννη γνώρισε μία από τις αιματηρότερες ημέρες της νεότερης ιστορίας της. Μια αυθόρμητη εργατική κινητοποίηση εναντίον μιας δικαστικής απόφασης εξελίχθηκε σε εξέγερση, με την πυρπόληση του Μεγάρου της Δικαιοσύνης και την ένοπλη επέμβαση της αστυνομίας. Ο απολογισμός ήταν 89 νεκροί –84 διαδηλωτές και πολίτες και πέντε αστυνομικοί– και περισσότεροι από 1.000 τραυματίες.
Τα γεγονότα, που έμειναν γνωστά ως Ιουλιανή Εξέγερση ή πυρκαγιά του Μεγάρου της Δικαιοσύνης (Wiener Justizpalastbrand), βάθυναν το πολιτικό ρήγμα στην Αυστρία και αποτέλεσαν σταθμό στην πορεία που οδήγησε στην κατάρρευση της δημοκρατίας.
Η Πρώτη Αυστριακή Δημοκρατία είχε ιδρυθεί το 1918, μετά τη διάλυση της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής δυσπραγίας και κοινωνικών αναταράξεων που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, η πολιτική ζωή είχε πολωθεί ανάμεσα στους Χριστιανοκοινωνιστές, που κυριαρχούσαν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, και στους Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι διέθεταν ισχυρή βάση στην εργατική τάξη και διοικούσαν τη λεγόμενη «Κόκκινη Βιέννη».
Η αντιπαράθεση είχε μεταφερθεί και στους δρόμους, όπου δρούσαν ένοπλοι παραστρατιωτικοί σχηματισμοί: από τη μία οι δεξιές οργανώσεις Χάιμβερ (Heimwehr) και Φροντκέμπφερφεραϊνιγκουνγκ (Frontkämpfervereinigung) και από την άλλη ο σοσιαλδημοκρατικός Ρεπουμπλικανικός Αμυντικός Σύνδεσμος (Republikanischer Schutzbund).
Η απαρχή των γεγονότων που οδήγησαν στην εξέγερση τοποθετείται στις 30 Ιανουαρίου 1927, στο Σάτεντορφ, ένα χωριό του Μπούργκενλαντ κοντά στα ουγγρικά σύνορα. Εκεί, μέλη της εθνικιστικής Φροντκέμπφερφεραϊνιγκουνγκ πυροβόλησαν εναντίον οπαδών του σοσιαλδημοκρατικού Ρεπουμπλικανικού Αμυντικού Συνδέσμου, σκοτώνοντας έναν εργάτη και ένα μικρό αγόρι και τραυματίζοντας αρκετούς ακόμη ανθρώπους. Τρεις άνδρες παραπέμφθηκαν σε δίκη για τους πυροβολισμούς, υποστηρίζοντας ότι είχαν ενεργήσει σε αυτοάμυνα.
Το βράδυ της 14ης Ιουλίου, οι ένορκοι ανακοίνωσαν την αθώωσή τους. Για μεγάλο μέρος του εργατικού κόσμου, η απόφαση επιβεβαίωνε ότι η Δικαιοσύνη αντιμετώπιζε με επιείκεια την πολιτική βία της Δεξιάς. Η είδηση διαδόθηκε γρήγορα στις εργατικές συνοικίες της Βιέννης και το επόμενο πρωί εργαζόμενοι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους. Οι συγκοινωνίες διακόπηκαν και πλήθη κατευθύνθηκαν προς το κέντρο, χωρίς η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία να έχει οργανώσει ή να μπορεί πλέον να ελέγξει την κινητοποίηση.
Οι διαδηλωτές επιχείρησαν αρχικά να συγκεντρωθούν μπροστά στο Κοινοβούλιο, αλλά απωθήθηκαν από την αστυνομία προς το Μέγαρο της Δικαιοσύνης. Οι συγκρούσεις κλιμακώθηκαν και ορισμένοι εισέβαλαν στο κτίριο, κατέστρεψαν γραφεία και πέταξαν δικαστικά έγγραφα από τα παράθυρα. Λίγο αργότερα ξέσπασε πυρκαγιά, η οποία εξαπλώθηκε γρήγορα, καταστρέφοντας μεγάλο μέρος του Μεγάρου, τη βιβλιοθήκη του Ανωτάτου Δικαστηρίου και πολύτιμα κρατικά αρχεία. Η Πυροσβεστική δυσκολεύτηκε να προσεγγίσει το φλεγόμενο κτίριο περνώντας μέσα από το συγκεντρωμένο πλήθος, ενώ διαδηλωτές παρεμπόδισαν τις προσπάθειες κατάσβεσης.
Ο αρχηγός της αστυνομίας της Βιέννης και πρώην καγκελάριος Γιοχάνες Σόμπερ ζήτησε τη συνδρομή του στρατού, χωρίς αποτέλεσμα. Εφοδίασε τότε τους αστυνομικούς με στρατιωτικά τυφέκια και έδωσε εντολή να ανοίξουν πυρ. Εφιπποι αστυνομικοί εφόρμησαν παράλληλα εναντίον των διαδηλωτών με τα ξίφη τους. Οι πυροβολισμοί συνεχίστηκαν στους γύρω δρόμους και ανάμεσα στα θύματα βρέθηκαν άνθρωποι που δεν συμμετείχαν στις ταραχές.
Οι Σοσιαλδημοκράτες κήρυξαν γενική απεργία, επιχειρώντας να ασκήσουν πίεση στην κυβέρνηση. Η κινητοποίηση απέτυχε, ενώ σε ορισμένες περιοχές, κυρίως στο Τιρόλο και στη Στυρία, δυνάμεις της Χάιμβερ συνέβαλαν στο σπάσιμό της. Ο καγκελάριος Ιγκνατς Ζάιπελ, ηγέτης του Χριστιανοκοινωνικού Κόμματος, απέρριψε τα αιτήματα της αντιπολίτευσης για επιείκεια προς τους συλληφθέντες και για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής.
Η αδυναμία της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας να ελέγξει την κινητοποίηση και να την αξιοποιήσει πολιτικά κλόνισε το κύρος της, ενώ η Δεξιά ενίσχυσε την επίθεσή της εναντίον του κοινοβουλευτικού συστήματος. Η 15η Ιουλίου 1927 βάθυνε το χάσμα ανάμεσα στα δύο πολιτικά στρατόπεδα και αποτέλεσε κρίσιμο σταθμό στην πορεία προς την κατάρρευση της αυστριακής δημοκρατίας το 1933 και τις ένοπλες συγκρούσεις του Φεβρουαρίου του 1934.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

