Στις 14 Ιουλίου 1902, ο Περουβιανός αγρότης και εξερευνητής Αγουστίν Λισάραγα έφθασε στα ερείπια του Μάτσου Πίτσου, εννέα χρόνια πριν από την επίσκεψη του Αμερικανού Χίραμ Μπίνγκαμ, στον οποίο είχε αποδοθεί επί δεκαετίες η «ανακάλυψη» της περίφημης πόλης των Ινκας.
Η παρουσία του Λισάραγα στον χώρο επιβεβαιώνεται από την επιγραφή «Α. Lizárraga 1902», που έγραψε με κάρβουνο σε έναν τοίχο του Ναού των Τριών Παραθύρων και την οποία αντίκρισε και κατέγραψε αργότερα ο ίδιος ο Μπίνγκαμ.
Ο Αγουστίν Λισάραγα Ρουίς είχε γεννηθεί το 1865 στη Μολεπάτα, στην ευρύτερη περιοχή του Κούσκο. Εγκαταστάθηκε μαζί με τον αδελφό του στην κοιλάδα του ποταμού Ουρουμπάμπα και ασχολήθηκε με τη γεωργία, γνωρίζοντας καλά τις δύσβατες διαδρομές και τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις της περιοχής. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η κοιλάδα αποτελούσε τμήμα μιας εμπορικής οδού από την οποία περνούσαν αγωγιάτες που μετέφεραν καφέ, φύλλα κόκας και άλλα προϊόντα ανάμεσα στο Κούσκο και στις περιοχές ανατολικά των Ανδεων.
Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες μαρτυρίες, στις 14 Ιουλίου 1902 ο Λισάραγα ξεκίνησε για τα υψώματα επάνω από τον Ουρουμπάμπα αναζητώντας νέες εκτάσεις κατάλληλες για καλλιέργεια. Τον συνόδευαν ο Ενρίκε Πάλμα, ο Γκαμπίνο Σάντσες και ο Χούστο Οτσόα, κάτοικοι και εργαζόμενοι της περιοχής. Αφού διέσχισαν την πυκνή βλάστηση, έφτασαν σε ένα εκτεταμένο σύνολο λίθινων κτισμάτων, ναών και κατοικιών. Για να καταγράψει την παρουσία του, ο Λισάραγα έγραψε το όνομα και τη χρονολογία της επίσκεψής του σε έναν από τους τοίχους.
Το Μάτσου Πίτσου είχε οικοδομηθεί πιθανότατα τον 15ο αιώνα, κατά την περίοδο του αυτοκράτορα Πατσακούτι, σε υψόμετρο περίπου 2.430 μέτρων. Η ακριβής λειτουργία του εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης. Οι ερμηνείες που έχουν δοθεί κατά καιρούς είναι ότι αποτελούσε βασιλικό κτήμα, τελετουργικό κέντρο και τόπο διαμονής της αυτοκρατορικής αυλής, ενώ η αρχιτεκτονική του μαρτυρεί τον συνδυασμό διοικητικών, θρησκευτικών και αγροτικών χρήσεων.
Η πόλη εγκαταλείφθηκε κατά τον 16ο αιώνα, την εποχή της ισπανικής κατάκτησης και της αποσύνθεσης της αυτοκρατορίας των Ινκας.
Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός του ως «χαμένης πόλης» είναι παραπλανητικός. Το Μάτσου Πίτσου δεν είχε εξαφανιστεί από τη γνώση των κατοίκων της περιοχής. Αγροτικές οικογένειες ζούσαν ή καλλιεργούσαν εκτάσεις κοντά στα ερείπια, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι ο χώρος ήταν γνωστός σε γαιοκτήμονες, εργάτες και τοπικούς αξιωματούχους. Η επίσκεψη του Λισάραγα αποτελεί την καλύτερα τεκμηριωμένη περουβιανή παρουσία εκεί πριν από την άφιξη του Μπίνγκαμ, όχι όμως κατ’ ανάγκην την πρώτη προσέγγιση του χώρου μετά την εποχή των Ινκας.
Στις 24 Ιουλίου 1911 ο Χίραμ Μπίνγκαμ, ιστορικός του Πανεπιστημίου Γέιλ, έφθασε στο Μάτσου Πίτσου με τη βοήθεια κατοίκων που γνώριζαν την τοποθεσία. Αναζητούσε τη Βιλκαμπάμπα, το τελευταίο καταφύγιο των Ινκας μετά την ισπανική κατάκτηση, και αρχικά πίστεψε ότι την είχε βρει. Στο σημειωματάριό του κατέγραψε την επιγραφή του 1902 και σημείωσε ότι «ο Αγουστίν Λισάραγα είναι ο άνθρωπος που ανακάλυψε το Μάτσου Πίτσου και ζει στη γέφυρα Σαν Μιγκέλ, λίγο πριν από το πέρασμα». Η επιγραφή απομακρύνθηκε αργότερα, αλλά διακρίνεται σε φωτογραφία της πρώτης αποστολής.
Η συμβολή του Μπίνγκαμ ήταν διαφορετική: οργάνωσε συστηματικές αποστολές, φωτογράφισε και χαρτογράφησε τα ερείπια και παρουσίασε το Μάτσου Πίτσου στη διεθνή κοινή γνώμη. Η προβολή αυτή επισκίασε επί δεκαετίες τον Λισάραγα και τους κατοίκους που είχαν διατηρήσει τη γνώση του χώρου. Ο Περουβιανός αγρότης δεν έζησε για να δει τη φήμη που απέκτησε η πόλη· τον Φεβρουάριο του 1912 πνίγηκε στον ποταμό Βιλκανότα. Σήμερα αναγνωρίζεται ως μια κομβική μορφή στην ιστορία της ανάδειξης του Μάτσου Πίτσου.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

