Παλαιστινιακό: νέα κλιμάκωση της ένοπλης βίας

Παλαιστινιακό: νέα κλιμάκωση της ένοπλης βίας

Τρομοκρατική επίθεση στη συναγωγή Νέβε Σαλόμ της Κωνσταντινούπολης

παλαιστινιακό-νέα-κλιμάκωση-της-ένοπ-564338212 20.5.1987. Η συναγωγή Νέβε Σαλόμ, οκτώ μήνες μετά την πολύνεκρη επίθεση που είχε δεχτεί, ανοίγει πάλι τις πόρτες της στους πιστούς. [ASSOCIATED PRESS]
20.5.1987. Η συναγωγή Νέβε Σαλόμ, οκτώ μήνες μετά την πολύνεκρη επίθεση που είχε δεχτεί, ανοίγει πάλι τις πόρτες της στους πιστούς. [ASSOCIATED PRESS]

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις και η ένοπλη βία μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων έχουν ιστορικό βάθος και αντίστοιχα ιστορικές ρίζες. Η πολιτική των μη οριστικών, μαζί και αποτελεσματικών λύσεων, ιστορικά συνυπάρχει με την ανισομερή οικονομική ανάπτυξη των δύο πλευρών. Ομως, η συσπείρωση στη χρήση βίας ιστορικά ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα των αποικιοκρατικών παρεμβάσεων σε συνδυασμό με τη διαιρετική πολιτική που συνέχισαν μετέπειτα να ασκούν έναντι των λαών της περιοχής. Υπό αυτή την έννοια, οι μορφές βίας που εκδηλώθηκαν στη Μέση Ανατολή αποτελούν ένα φαινόμενο σύμφυτο των αντιπαραθέσεων των λαών της περιοχής.

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 έως και του 1980 η τρομοκρατική βία είχε δώσει επώδυνα δείγματα, διατηρώντας έντονη τη βίαιη αντιπαράθεση μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραηλινών. Κατά κανόνα οι διαφορές τους «επιλύονταν» ενόπλως εντός του επίδικου γεωγραφικού τους χώρου, όμως σταδιακά τα περιστατικά τρομοκρατικών επιθέσεων σε άλλες χώρες άρχισαν να καταγράφουν αύξηση. Μια σειρά από οργανώσεις με προέλευση την Παλαιστίνη επιδόθηκαν σε θανατηφόρες επιθέσεις κατά ισραηλινών στόχων σε παγκόσμια κλίμακα. Καταγράφηκαν επιθέσεις σε σχολεία, συναγωγές, χώρους εστίασης, καταστήματα, τράπεζες και ιδιωτικές επιχειρήσεις στο Παρίσι, στη Ρώμη, στην Αμβέρσα, στην Κωνσταντινούπολη, αλ-λά και σε πολλές άλλες πόλεις.

Αιματοβαμμένα εγκαίνια

Μία από τις επιθέσεις, ίσως η πλέον πολύνεκρη, ήταν η επίθεση και η δολοφονία 22 Εβραίων στη συναγωγή Νέβε Σαλόμ στην Κωνσταντινούπολη στις 6 Σεπτεμβρίου 1986. Η ίδια συναγωγή έγινε στόχος βομβιστικής επίθεσης 17 χρόνια αργότερα (Νοέμβριος 2003), από Τούρκους ισλαμιστές που είχαν στενή σχέση με την Αλ Κάιντα. Η συναγωγή θεωρείται από τις παλαιότερες της πόλης και βρίσκεται κοντά στην περιοχή Γαλατά. Είχαν προηγηθεί εργασίες ανακαίνισης και τη συγκεκριμένη ημέρα (το πρωί της 6ης Σεπτεμβρίου 1986) η συναγωγή θα υποδεχόταν τους πιστούς για προσευχή. Η ατμόσφαιρα των εγκαινίων μεταβλήθηκε τραγικά, όταν η αιφνιδιαστική επίθεση δύο ενόπλων που άνοιξαν πυρ κατά των συγκεντρωμένων είχε αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών ατόμων.

Σημειώνεται ότι οι συγκεκριμένοι τρομοκράτες είχαν θεαθεί προηγουμένως στον εξωτερικό χώρο, ως τουρίστες που θαύμαζαν τα αξιοθέατα. Κατά μια άλλη εκδοχή παρουσιάστηκαν ως μέλη τηλεοπτικού σταθμού του Ισραήλ που κάλυπτε το γεγονός για την ισραηλινή τηλεόραση. Ενας εξ αυτών μίλησε εβραϊκά στον φύλακα της εισόδου. Κατ’ άλλους, οι δράστες φώναζαν στα αραβικά, μπλόκαραν την είσοδο για να μη βγει κανείς και στη συνέχεια άνοιξαν πυρ. Οι ιδιοκτήτες και οι πελάτες στα γειτονικά καταστήματα, που μόλις άρχιζαν την ημέρα τους, έγιναν αυτήκοοι μάρτυρες των πυροβολισμών αλλά και των ουρλιαχτών των παρευρισκομένων στη συναγωγή.

Η τουρκική αστυνομία έφτασε στο σημείο όταν οι δράστες προσπαθούσαν να αποχωρήσουν. Επιχειρώντας την εξουδετέρωσή τους, τους ώθησαν μέσα στη συναγωγή ώστε να μην καταφέρουν να ξεφύγουν. Ομως, μια χειροβομβίδα (πιθανότατα) που είχε στην κατοχή του ένας από τους δράστες εξερράγη, σκοτώνοντας τους δύο δράστες και πολλούς εξ όσων βρίσκονταν στη συναγωγή. Το συνολικό αποτέλεσμα της τρομοκρατικής επίθεσης ήταν 22 νεκροί, επτά εκ των οποίων ήταν ραββίνοι. Οι ηλικίες των θυμάτων ήταν μεταξύ 30 με 82. Τρία από τα θύματα ήταν Εβραίοι από το Ιράν, ενώ ένας εκ των νεκρών ραββίνων είχε γεννηθεί στο Ιράν.

Ανθρωποκυνηγητό και διεθνής καταδίκη

Η αναστάτωση που ακολούθησε ήταν έντονη. Αρχικά η τουρκική αστυνομία θεώρησε ότι οι εμπλεκόμενοι στην τρομοκρατική επίθεση ήταν περισσότεροι και είχαν καταφέρει να δραπετεύσουν. Για τον λόγο αυτό ξεκίνησε έρευνα σε ολόκληρη την πόλη. Οι Αρχές έδωσαν βαρύτητα στις εισόδους της πόλης, ενώ πολλοί Αραβες φοιτητές κλήθηκαν για έρευνα (ανακρίσεις) στην Κωνσταντινούπολη και στην Αγκυρα.

Η κυβέρνηση της Τουρκίας με πρωθυπουργό τον Τουργκούτ Οζάλ κινητοποιήθηκε άμεσα με στόχο την εξιχνίαση της τρομοκρατικής ενέργειας για την οποία σύντομα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δράστες ήταν μόνο οι δύο που ανατινάχτηκαν εντός της συναγωγής. Τα συμπεράσματα των πρώτων αναλύσεων για την απόδοση ευθύνης χαρακτηρίζονταν από ασάφεια. Σύντομα όμως άρχισαν να αναλαμβάνουν ευθύνη διάφορες οργανώσεις. Η οργάνωση Ισλαμική Αντίσταση με έδρα τη Βηρυτό και σχέσεις με τη Χεζμπολάχ (το κόμμα του Θεού) ανέλαβε την ευθύνη. Οι τουρκικές αρχές ανακοίνωσαν ότι οι δράστες ανήκαν στην οργάνωση Ισλαμική Τζιχάντ, που επίσης ήταν φιλικά προσκείμενη στο Ιράν. Από τη Λευκωσία μια άγνωστη οργάνωση με το όνομα Οργάνωση Παλαιστινιακής Εκδίκησης επίσης ανέλαβε την ευθύνη.

Ομως, κάποιοι αναλυτές προερχόμενοι από τη Μέση Ανατολή ανέφεραν ότι υπήρξε πιθανότητα να καλύπτουν την οργάνωση του Αμπού Νιντάλ (Φατάχ, Επαναστατικό Συμβούλιο). Η συγκεκριμένη οργάνωση ήταν υπεύθυνη για τρομοκρατικές επιθέσεις σε συναγωγή στη Βιέννη (1981) και στις Βρυξέλλες (1982), όπου σκοτώθηκαν δύο άνθρωποι και τραυματίστηκαν πάρα πολλοί. Επίσης, το 1985 είχε προβεί σε τρομοκρατικές επιθέσεις στα αεροδρόμια της Ρώμης και της Βιέννης με 19 νεκρούς και 112 τραυματίες.

Ως εκ τούτου, θεωρήθηκε ότι ο σχεδιασμός αυτής της επίθεσης στην Κωνσταντινούπολη ήταν δικός του. Μια ακόμη διάσταση αυτής της άποψης ήταν ότι η δική του τρομοκρατική ομάδα δρούσε διεθνώς, ενώ οι άλλες, όπως η Χεζμπολάχ ή η Ισλαμική Τζιχάντ, δρούσαν στο πεδίο. Παρ’ όλα αυτά, η Οργάνωση του Αμπού Νιντάλ ποτέ δεν ανέλαβε την ευθύνη για την τρομοκρατική πράξη.

Οι διεθνείς αντιδράσεις ήταν άμεσες και καταδικαστικές για τη δολοφονία των πιστών στη συναγωγή. Οι τουρκικές αρχές, οι ΗΠΑ, το Ισραήλ αλλά και διεθνώς καταδίκασαν την επίθεση. Η κυβέρνηση του Ισραήλ με τον πρωθυπουργό Σιμόν Πέρες και τον υπουργό Εξωτερικών Γιτζάκ Σαμίρ εξέφρασαν επισήμως τη βεβαιότητα ότι οι ένοχοι επρόκειτο να βρεθούν και να τιμωρηθούν.

Η περίπτωση του Αμπού Νιντάλ

Ο Σάμπρι αλ Μπάνα, που στην πορεία της ζωής του πήρε το όνομα Αμπού Νιντάλ (πατέρας του αγώνα), ήταν αυτός που θεωρήθηκε υπεύθυνος για την τρομοκρατική επίθεση στη συναγωγή. Ο Αμπού Νιντάλ, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ποτέ δεν ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση, αλλά η απόδοση ευθύνης σε αυτόν και στην οργάνωσή του δεν υπήρξε τυχαία. Υπήρξε πολυσχιδής προσωπικότητα με μεγάλη πορεία στη χρήση βίας, κυρίως κατά μετριοπαθών Παλαιστινίων, αλλά και Ισραηλινών. Υπήρξε οργανωτής τρομοκρατικών επιθέσεων σε 20 χώρες σκοτώνοντας ή τραυματίζοντας περίπου 900 άτομα. Μεταξύ των στόχων του ήταν οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γαλλία, το Ισραήλ, οι μετριοπαθείς Παλαιστίνιοι, η PLO (ΟΑΠ – Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης) και αρκετά αραβικά κράτη. Η ικανότητά του να δρα με πράξεις τρομοκρατίας σε πολλές περιοχές και σε πολλές χώρες, τον κατέστησε έναν από τους πλέον επικίνδυνους και καταζητούμενους τρομοκράτες διεθνώς.

Η πορεία της ζωής αλλά και η εξέλιξή του ως ενός από τους πλέον γνωστούς τρομοκράτες, σχετίζεται με τις διαφωνίες του με την PLO, τον Αραφάτ και τους λιγότερο σκληροπυρηνικούς Παλαιστινίους, οι οποίοι συζητούσαν την ύπαρξη των δύο κρατών. Οι διαφωνίες του κορυφώθηκαν το 1974, όταν η PLO πήρε την απόφαση να σταματήσει τις τρομοκρατικές ενέργειες. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα αποσκίρτησε ο Αμπού Νιντάλ με την οργάνωσή του, αλλά και άλλες μικρότερες οργανώσεις που συνέχισαν τη χρήση της τρομοκρατίας ως κύρια μορφή πάλης. Οι επιθέσεις κατά Παλαιστινίων έδειξαν ότι δεν συμφωνούσε με τις όποιας μορφής μετριοπαθείς τάσεις της PLO. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί βιογράφοι του αφήνουν να εννοηθεί ότι υπήρξε συνεργάτης των Ισραηλινών και συχνά λειτουργούσε για τα δικά τους συμφέροντα. Αξίζει ειδικής επισήμανσης το γεγονός ότι ενώ είχε επιτεθεί σε πολλούς εβραϊκούς στόχους, το Ισραήλ δεν επιτέθηκε ποτέ εναντίον του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο καλλιεργήθηκε η υπόνοια ότι τύγχανε κάποιου είδους ασυλίας.

Αμφιλεγόμενος τρομοκράτης

Ο Αμπού Νιντάλ διέπραξε πράξεις τρομοκρατίας και σε κράτη που στήριζαν ή έβλεπαν με συμπάθεια τον παλαιστινιακό απελευθερωτικό αγώνα. Η Ελλάδα περιλαμβάνεται στα κράτη αυτά, δεχόμενη πολλές επιθέσεις, όμως η πλέον σοβαρή ήταν η τρομοκρατική επίθεση στο κρουαζιερόπλοιο «City of Poros» στις 11 Ιουλίου 1988. Η PLO καταδίκασε σε θάνατο τον Αμπού Νιντάλ κατηγορώντας τον ως «πράκτορα των Ισραηλινών», όταν το 1991 εκτέλεσε στην Τύνιδα τον συνεργάτη και υπαρχηγό του Γιάσερ Αραφάτ, Αμπού Ιγιάντ, αλλά και τον αρχηγό ασφαλείας της Οργάνωσης, Αμπού Χουλ.

Ο ίδιος πάντως ονόμαζε τον εαυτό του Παλαιστίνιο αγωνιστή. Ο Σάμπρι Καλίλ αλ Μπάνα, σύμφωνα με το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε το 1937 στην πόλη Γιάφα της Παλαιστίνης όταν αυτή βρισκόταν ακόμη υπό βρετανική κατοχή και αυτοκτόνησε το 2002 στο Ιράκ. Οι συνθήκες του θανάτου του παραμένουν αδιευκρίνιστες.

Για την τρομοκρατική επίθεση στη συναγωγή της Κωνσταντινούπολης δεν υπήρξε ανάληψη ευθύνης, όμως συντηρείται όλα αυτά τα χρόνια μέσω φημών η απόδοση της ευθύνης στο πρόσωπο του πλέον αμφιλεγόμενου, αλλά και αδίστακτου τρομοκράτη.

Η κ. Μαίρη Μπόση είναι ομότιμη καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT