Ο Σάλομον Αουγκουστ Αντρέε ήταν μόλις είκοσι δύο ετών όταν είχε την πρώτη συναρπαστική εμπειρία με αερόστατα. Το πρώτο του αερόστατο ήταν το «Svea» (Σουηδία). Με αυτό μελέτησε την ταχύτητα και την κίνηση του ήχου, και τράβηξε μερικές αεροφωτογραφίες, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1890 πραγματοποίησε πτήσεις πάνω από τη Βαλτική Θάλασσα – κάτι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της εποχής.
Το 1895 ο Αντρέε είχε αποφασίσει να προχωρήσει στο επόμενο μεγάλο για εκείνον βήμα: να πετάξει με αερόστατο έως τον Βόρειο Πόλο. Οι σταθεροί άνεμοι και το συνεχές φως της ημέρας το καλοκαίρι δημιουργούσαν, σύμφωνα με τον ίδιο, ιδανικές συνθήκες για να παραμείνει το αερόστατο ψηλά επί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς τις δυσκολίες που παρουσιάζει το να ταξιδεύει κανείς στον πάγο με τα πόδια ή με έλκηθρα και σκυλιά. Η πρώτη απόπειρα πραγματοποιήθηκε στις 31 Μαΐου 1896, με τον Αντρέε και τα υπόλοιπα μέλη της αποστολής να κερδίζουν την προσοχή του Τύπου.
Τελικά, όμως, δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα, καθώς οι κατάλληλες συνθήκες για να επιτευχθεί η πολυπόθητη πτήση δεν ήρθαν ποτέ. Μέσα σε έξι εβδομάδες ο Αντρέε από ένα είδος «εθνικού ήρωα» μετατράπηκε σε αποδέκτη έντονης κριτικής, με ορισμένους δημοσιογράφους να κάνουν λόγο για έναν «απατεώνα που απλώς είχε επιδιώξει τη δημοσιότητα».
Ωστόσο, δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια. Την άνοιξη του 1897, υποστηριζόμενος οικονομικά από τον Αλφρεντ Νόμπελ, αποφάσισε να προσπαθήσει εκ νέου, δίνοντας μεγάλη προσοχή σε όλες τις λεπτομέρειες. Ο κατασκευαστής του αερόστατου, Ανρί Λασάμπρ, είχε δοκιμάσει προσωπικά και τα 600 κομμάτια που χρησιμοποιήθηκαν για την αεροστατική σφαίρα, πριν τα ράψει και τα ενώσει.
Παράλληλα, ο Αντρέε είχε φροντίσει για την επίβλεψη της κατασκευής από δύο ακόμα μηχανικούς· το ίδιο έκανε και η εταιρεία Νόρντενφελτ, η οποία, μάλιστα, προχωρούσε σε δοκιμές σε τακτά διαστήματα. Το καλάθι του «Αετού» -όπως λεγόταν το αερόστατο- ήταν δίπατο. Το κάτω μέρος είχε διαμορφωθεί με στρώματα και είχε γύρω γύρω δέρμα τάρανδου, ώστε να παραμένει ζεστό και να έχει την κατάλληλη μόνωση. Μαζί με τον Αντρέε θα ταξίδευαν ο Κνουτ Φρένκελ, πολιτικός μηχανικός, με σημαντική εμπειρία στην Αρκτική, και ο Νιλς Στρίντμπεργκ, φωτογράφος, αλλά και 36 ειδικά εκπαιδευμένα ταχυδρομικά περιστέρια. Η τροφή που είχαν μαζί τους ήταν αρκετή για περίπου τρεισήμισι μήνες, περιλαμβάνοντας από ειδικές παστίλιες λεμονιού για την πρόληψη του σκορβούτου μέχρι δύο μπουκάλια πόρτο – δώρο του Σουηδού βασιλιά. Για ακόμη μία φορά, όμως, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ομαλά. Παρά τα προσεκτικά μέτρα που είχαν λάβει όλοι οι εμπλεκόμενοι, ο «Αετός» παρουσίασε διαρροή ενώ ετοιμαζόταν για πτήση. Αν και έγιναν προσπάθειες, η διαρροή δεν σταματούσε, με αποτέλεσμα η συμβουλή όλων –συμπεριλαμβανομένου του κατασκευαστή– να είναι μία: αναβολή.
Ο Αντρέε, όμως, φοβούμενος ένα δεύτερο φιάσκο, δεν δέχτηκε κάτι τέτοιο. Ετσι, στις 14.30 της 11ης Ιουλίου 1897 δόθηκε η εντολή πτήσης. Ο Αντρέε και τα άλλα μέλη της αποστολής δεν θα επέστρεφαν ποτέ. Για 33 χρόνια τα ίχνη των τριών ανδρών αγνοούνταν. Ηταν Αύγουστος του 1930 όταν ανακαλύφθηκαν από το νορβηγικό μικρό αλιευτικό σκάφος «Μπρατβάαγκ», το οποίο βρισκόταν σε ειδική αποστολή με τον γεωλόγο Γκούναρ Χορν στον Αρκτικό ωκεανό και σταμάτησε στο αποκαλούμενο «Λευκό Νησί». Μαζί με τους σκελετούς των τριών άτυχων ανδρών βρέθηκαν ρούχα και ίσως τα δύο σημαντικότερα αντικείμενα: το αρνητικό φωτογραφικό φιλμ του Στρίντμπεργκ και το ημερολόγιο του Αντρέε.
Από τις καταχωρίσεις του τελευταίου φαίνεται πως μέσα σε τρεις μόλις ημέρες το αερόστατο έχασε εντελώς το ύψος του, με αποτέλεσμα τα μέλη της αποστολής να αναγκαστούν να περπατήσουν πάνω στον πάγο. Παρότι είχαν τρόφιμα για να φτάσουν στα ανοιχτά της Σπιτσβέργης και των Επτά Νήσων, που βρίσκονταν στα νότια και ελαφρώς δυτικά, όπου τους ήταν γνωστό ότι υπήρχαν κρύπτες τροφίμων και προμηθειών, εκείνοι –για άγνωστο λόγο– κινήθηκαν προς τα ανατολικά. Οι συνθήκες που αντιμετώπισαν υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολες, με τον κινούμενο πάγο πολλές φορές να λιώνει κάτω από τα πόδια τους και να είναι ολισθηρός, με αποτέλεσμα να πέφτουν και να τραυματίζονται. Στον προορισμό τους έφτασαν με πολλές δυσκολίες μετά από περίπου 11 εβδομάδες. Το μόνο που χρειαζόταν πια ήταν να περιμένουν μέχρις ότου η κατάσταση του πάγου τους επιτρέψει να διασχίσουν μερικά μίλια με έλκηθρο προς τη Βορειοανατολική Χώρα, όπου θα έβρισκαν ιθαγενείς και καταφύγιο.
Ωστόσο, όπως περιγράφει ο Αντρέε, και οι τρεις τους υπέφεραν πολύ από έντονες στομαχικές διαταραχές και κράμπες, και δεν είχαν πια καθόλου δύναμη για τίποτα. Ο πρώτος που πέθανε ήταν ο Νιλς Στρίντμπεργκ, ο οποίος υπέστη καρδιακή προσβολή. Ο Αντρέε και ο Φρένκελ φαίνεται πως έζησαν δύο εβδομάδες περισσότερο˙ ο πρώτος βρέθηκε δίπλα σε έναν βράχο και ο δεύτερος μέσα στον υπνόσακό του.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

