Ο Μαρσέλ Προυστ γεννήθηκε στο Παρίσι, δύο μήνες μετά τον τερματισμό του Γαλλοπρωσικού Πολέμου με τη Συνθήκη της Φρανκφούρτης, σε μια σχετικά ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν διαπρεπής γιατρός, ο οποίος μελέτησε την παρουσία και τις επιπτώσεις της χολέρας στην Ευρώπη και την Ασία, ενώ η μητέρα του ήταν κόρη πλούσιας γερμανοεβραϊκής οικογένειας από την Αλσατία.
Το 1882, σε ηλικία έντεκα ετών, γράφτηκε στο Λύκειο Κοντορσέ. Παρότι το άσθμα που τον ταλαιπωρούσε τον ανάγκασε για ένα διάστημα να διακόψει τις σπουδές του, κατάφερε να διαπρέψει στη λογοτεχνία, λαμβάνοντας, μάλιστα, βραβείο στο τελευταίο έτος. Η ενασχόλησή του με τη συγγραφή ξεκίνησε νωρίς, ωστόσο ο Προυστ τότε θεωρούνταν ιδιόρρυθμος και όχι χαρισματικός.
Το 1896 δημοσιεύτηκε το «Ηδονές και μέρες», μια συλλογή από νουβέλες και ποιήματα η οποία δεν έτυχε ιδιαίτερα καλής υποδοχής, καθώς ένα από τα θέματα που παρουσιάζονταν σε αυτήν ήταν και η ομοφυλοφιλία – μια προσωπική πλευρά του συγγραφέα, που φαίνεται να έχει την παρουσία της μέσα στο έργο του.
Ταυτόχρονα, ο ίδιος δεν δίστασε να πάρει ανοιχτά θέση απέναντι σε πολιτικά ζητήματα: έτσι, καταδίκασε τα ακραία αντικληρικά μέτρα που λαμβάνονταν εκείνη την εποχή, υποστηρίζοντας σε σχετικό άρθρο του ότι οι πιο «φωτισμένοι» κληρικοί μπορούσαν να είναι εξίσου προοδευτικοί με τους πιο «φωτισμένους» κοσμικούς και να συμβάλουν στη φιλελεύθερη Δημοκρατία.
Επιπλέον, παρευρέθη στη δίκη του Εμίλ Ζολά και τάχθηκε υπέρ της αθωότητας του Ντρέιφους. Το 1908, ο Προυστ δημοσίευσε μια σειρά από pastiches (γραφή κειμένου που μιμείται το στυλ και τη θεματολογία άλλου συγγραφέα) σε διάφορα περιοδικά˙ κάτι που του επέτρεψε να εδραιώσει το δικό του στυλ. Αυτό το διάστημα άλλωστε, ξεκίνησε να εργάζεται πάνω σε ένα νέο μεγάλο μυθιστόρημα. Στην καρδιά του βρισκόταν ένας αφηγητής, ο οποίος κατά τη διάρκεια της νύχτας θυμόταν να περιμένει ως παιδί τη μητέρα του να έρθει σε αυτόν το πρωί.
Η δυσκολία στην εύρεση εκδότη οδήγησε τον συγγραφέα να στραφεί σε ένα διαφορετικό έργο, που εξακολουθούσε όμως να περιέχει παρόμοια στοιχεία και πολλές από τις ίδιες θεματικές: το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». Και σε αυτή την περίπτωση, τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Ο δοκιμιογράφος και συγγραφέας Αντρέ Ζιντ δεν ενθουσιάστηκε με το κείμενο του Προυστ και ύστερα από δική του πρόταση ο πρώτος τόμος απορρίφθηκε από τον εκδοτικό οίκο Gallimard – μία απόφαση, την οποία αργότερα ο Ζιντ θα αποκαλούσε σοβαρό λάθος. Ετσι, ο Προυστ αναγκάστηκε να εκδώσει το έργο με δικά του έξοδα.
Παράλληλα, η υγεία του καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου επιδεινωνόταν συνεχώς. Τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του τα πέρασε περιορισμένος στην κρεβατοκάμαρά του, χωρίς όμως να σταματήσει να εργάζεται –κυρίως τη νύχτα– πάνω στο έργο του. Δεν θα προλάβαινε, ωστόσο, να ολοκληρώσει την αναθεώρηση των προσχεδίων και των δοκιμίων των τελευταίων τόμων. Πέθανε από πνευμονία το 1922 και τάφηκε στο νεκροταφείο Περ Λασέζ στο Παρίσι. Οι τρεις τελευταίοι τόμοι τού «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» δημοσιεύθηκαν μετά θάνατον, ύστερα από επιμέλεια του αδελφού του Ρομπέρ. Από την άλλη πλευρά, οι πρώτες μεταφράσεις του έργου του στην αγγλική γλώσσα είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σημαντικά στο να γίνει γνωστός ως συγγραφέας και εκτός γαλλικών συνόρων.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
