Τον Νοέμβριο του 959 ανέβηκε στον βυζαντινό θρόνο ο Ρωμανός Β΄, διαδεχόμενος τον πατέρα του Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο. Ο Ρωμανός περιγράφεται στις πηγές ως ένας ψηλός, ωραίος, ευφυής και πράος άνδρας. Παρά το γεγονός ότι έχει επικρατήσει να περιγράφεται ως αδιάφορος για τις πολιτικές υποθέσεις αυτοκράτορας, ο Ρωμανός διέθετε αξιόλογες διοικητικές ικανότητες. Αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του αυτοκράτορα, φρόντισε να απομακρύνει τους συνεργάτες του πατέρα του, ορίζοντας σε καίριες θέσεις άτομα της εμπιστοσύνης του.
Oταν ο Ρωμανός ήταν ακόμη παιδί, ο Κωνσταντίνος Ζ΄ τον πάντρεψε με την κόρη του βασιλέα της Προβηγκίας Βέρθα, η οποία μετονομάστηκε σε Ευδοκία, προς όφελος μιας συμμαχίας των Βυζαντινών με τον Οίκο των Μποζονιδών. Η Ευδοκία, ωστόσο, έφυγε από τη ζωή σε πολύ μικρή ηλικία, προτού προλάβει να ολοκληρωθεί ο γάμος, με αποτέλεσμα να διαλυθεί η συμμαχία.
Το 956 ο Ρωμανός ερωτεύτηκε την Αναστασία-Θεοφανώ, κόρη ενός κάπελα της Κωνσταντινούπολης με καταγωγή από τη Σπάρτη, την οποία στη συνέχεια παντρεύτηκε. Μαζί της απέκτησε δύο γιους, τον Βασίλειο και Κωνσταντίνο, και μία κόρη, την Αννα, η οποία παντρεύτηκε τον πρίγκιπα του Κιέβου Βλαδίμηρο Α΄.
Από τη σύντομη βασιλεία του Ρωμανού Β΄ ξεχωρίζει η ανακατάληψη της Κρήτης το 961.
Επικεφαλής της εκστρατείας στην Κρήτη ήταν ο Νικηφόρος Φωκάς, δομέστικος των σχολών της Ανατολής από το 955. Ο Νικηφόρος ανήκε στην ισχυρή μικρασιατική οικογένεια των Φωκάδων, που κατά το παρελθόν είχε αναδείξει πολλούς μεγάλους στρατηγούς, οι οποίοι, όπως ήταν αναμενόμενο, διαδραμάτιζαν καίριο ρόλο και στην αυτοκρατορική αυλή. Ο αδερφός του Νικηφόρου Λέων Φωκάς ήταν δομέστικος των σχολών της Δύσης.
Ο Ρωμανός Β΄ έφυγε από τη ζωή τον Μάρτιο του 963, αφήνοντας στον θρόνο τους ανήλικους γιους του Βασίλειο Β΄ και Κωνσταντίνο Η΄. Για να προστατεύσει τους γιους της από ενδεχόμενους διεκδικητές του θρόνου, η Θεοφανώ κάλεσε τον Νικηφόρο Φωκά στην Κωνσταντινούπολη, και έπειτα από συνεννόηση με τη σύγκλητο τον ονόμασε αρχιστράτηγο των στρατιωτικών δυνάμεων της Ανατολής.
Στις 2 Ιουλίου 963 ο στρατός ανακήρυξε τον Φωκά αυτοκράτορα. Eναν μήνα αργότερα, ο Νικηφόρος Β΄ παντρεύτηκε τη χήρα Θεοφανώ νομιμοποιώντας με αυτόν τον τρόπο την εξουσία του.
Ο Φωκάς περιγράφεται ως ένας ιδιαίτερα ευλαβικός άνθρωπος. Οι εμπειρίες του από τα πεδία των μαχών δεν είχαν αλλοιώσει τον χαρακτήρα του. Θαύμαζε τον ασκητικό βίο και προσπαθούσε να τον εφαρμόσει, όσο ήταν αυτό δυνατό, δεδομένου ότι όφειλε να βρίσκεται διαρκώς στα πολεμικά μέτωπα. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Αγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, τον οποίο και βοήθησε στη δημιουργία της μονής της Μεγίστης Λαύρας στο Αγιον Ορος. Οταν ανέβηκε στον θρόνο σεβάστηκε τα δικαιώματα των δύο ανήλικων γιων του Ρωμανού Β΄, τηρώντας την υπόσχεση που αναφέρεται στις πηγές ότι έδωσε στη μητέρα τους.

