Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε γεννήθηκε στο Βαλπαραΐσο της Χιλής στις 26 Ιουνίου 1908. Ο πατέρας του ήταν δημόσιος συνήγορος με έντονη δράση υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ η μητέρα του προερχόταν από εύπορη οικογένεια. Το 1933 πήρε δίπλωμα Ιατρικής από το Πανεπιστήμιο της Χιλής, ενώ ήδη συμμετείχε σε ακτιβιστικές δράσεις και είχε έρθει σε επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες. Ως υποστηρικτής της βραχύβιας Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Χιλής που είχε ανακηρυχθεί το 1932 από τον Μαρμαντούκε Γκρόουβς, φίλο της οικογένειας Αλιέντε, συνελήφθη μετά την ανατροπή του και δικάστηκε πέντε φορές πριν αφεθεί ελεύθερος. Μην μπορώντας να εξασφαλίσει τον διορισμό του σε νοσοκομειακό ίδρυμα, εργάστηκε ως γιατρός σε κλινικές για τους φτωχούς.
Παράλληλα, συμμετείχε ενεργά στην πολιτική. Υπήρξε συνιδρυτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος το 1933 και τέσσερα χρόνια αργότερα εκλέχθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Την περίοδο 1939-1942 χρημάτισε υπουργός Υγείας στον φιλελεύθερο αριστερό συνασπισμό του προέδρου Πέδρο Αγκίρε Σέρντα και το 1945 κέρδισε την πρώτη εκλογή του στη Γερουσία.
Υποψηφιότητα για την προεδρία της Χιλής έθεσε για πρώτη φορά το 1952. Το 1958, έχοντας την υποστήριξη των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών, ήταν δεύτερος πίσω από τον υποψήφιο των Συντηρητικών-Φιλελεύθερων, Χόρχε Αλεσάντρι, ενώ ηττήθηκε για τρίτη φορά από τον Χριστιανοδημοκράτη Εντουάρντο Φρέι το 1964. Το 1970, στην τέταρτη –και νικηφόρα– υποψηφιότητά του για την προεδρία, υποστηρίχθηκε από τη Λαϊκή Ενότητα, έναν συνασπισμό μπλοκ σοσιαλιστών, κομμουνιστών, ριζοσπαστών και αντιφρονούντων χριστιανοδημοκρατών.
Η κυβέρνησή του θέσπισε προγράμματα διατροφής για παιδιά και τα νοσοκομεία διατάχθηκαν να δέχονται όλους τους ασθενείς ανεξάρτητα από την ικανότητά τους να πληρώσουν. Στις 11 Ιουλίου 1971, τη λεγόμενη Ημέρα Εθνικής Αξιοπρέπειας, οι βιομηχανίες χαλκού, σιδηρομεταλλεύματος, χάλυβα και νιτρικών αλάτων – αμερικανικών, πρωτίστως, συμφερόντων – κρατικοποιήθηκαν. Επρόκειτο για μια απόφαση που προκάλεσε την έντονη αντίδραση των ΗΠΑ και ταυτόχρονα αποδυνάμωσε την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών προς την κυβέρνησή του.
Παράλληλα, λήφθηκαν μέτρα για την εξαγορά σημαντικών ιδιωτικών μεταλλευτικών και μεταποιητικών επιχειρήσεων και για την ανάληψη μεγάλων γεωργικών κτημάτων για χρήση από αγροτικούς συνεταιρισμούς. Επιπλέον, σε μια προσπάθεια αναδιανομής εισοδημάτων, εγκρίθηκαν μεγάλες αυξήσεις μισθών και πάγωμα τιμών. Ωστόσο, σύντομα, το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας αυξήθηκε πολύ. Μέχρι το 1972, η Χιλή υπέφερε από στασιμότητα στην παραγωγή, μειωμένες εξαγωγές και ιδιωτικές επενδύσεις, ενώ και τα χρηματοοικονομικά αποθέματα είχαν εξαντληθεί.
Ταυτόχρονα, ο αυξανόμενος πληθωρισμός και οι ελλείψεις τροφίμων οδήγησαν σε εκτεταμένες απεργίες και αναταραχές. Παρέμενε, ωστόσο, σημαντική η υποστήριξη στο πρόσωπο του Αλιέντε από μεγάλη μερίδα εργατών και αγροτών. Ετσι, τον Μάρτιο του 1973, ο εκλογικός του συνασπισμός κέρδισε το 44% των ψήφων. Ωστόσο, η κατάσταση δεν είχε βελτιωθεί.
Στις 29 Ιουνίου, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα αποφεύχθηκε οριακά, ενώ στις 23 Αυγούστου, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, Κάρλος Πρατς, αναγκάστηκε να παραιτηθεί υπέρ του στρατηγού Αουγκούστο Πινοσέτ Ουγκάρτε. Αν και ο Αλιέντε προσφέρθηκε να διεξαγάγει λαϊκό δημοψήφισμα για την προεδρία του, τελικά η κυβέρνησή του ανατράπηκε τον Σεπτέμβριο από τον Πινοσέτ. Οχυρωμένος στην προεδρική κατοικία Λα Μονέδα, ο Αλιέντε ανακοίνωσε από το ραδιόφωνο ότι επρόκειτο να πληρώσει με τη ζωή του την υπεράσπιση των αρχών που ήταν τόσο αγαπητές στην πατρίδα. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της συντονισμένης επίθεσης στο προεδρικό μέγαρο, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε πέθανε. Ορισμένοι ισχυρίστηκαν ότι είχε αυτοκτονήσει, ενώ άλλοι πίστευαν ότι είχε δολοφονηθεί. Η επίσημη απάντηση ήρθε μόλις τον Μάιο του 2011, όταν, ύστερα από δεύτερη εκταφή της σορού του, διενεργήθηκε νεκροψία από διεθνή ομάδα επιστημόνων. Τα αποτελέσματά της έδειξαν ότι επρόκειτο για αυτοκτονία.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

