Στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του, ο Φίλιππος Ε΄ εφάρμοσε μια πολιτική στα Βαλκάνια η οποία συντέλεσε στην ανάκαμψη του Βασιλείου της Μακεδονίας. Οταν πέθανε το 179 π.Χ., στον μακεδονικό θρόνο ανέβηκε ο γιος του Περσέας, ο οποίος φρόντισε να ανανεώσει αμέσως τη συνθήκη φιλίας με τη Ρώμη. Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, άρχισαν να εγείρονται ανησυχίες στη Ρώμη σχετικά με τις προθέσεις του Μακεδόνα βασιλέα.
Κύριο μέλημα της πολιτικής του Περσέα ήταν η διέξοδος από την απομόνωση την οποία είχαν επιβάλει οι Ρωμαίοι στη Μακεδονία ύστερα από τις αναμετρήσεις τους με τον Φίλιππο Ε΄. Οι Ρωμαίοι εξέφρασαν ανησυχία για την πολιτική του έπειτα από τις σχέσεις επιγαμίας που σύναψε με τον Προυσία Β΄ της Βιθυνίας (ο Προυσίας παντρεύτηκε την αδερφή του Περσέα Απάμα), τον γάμο του με την κόρη του Σέλευκου Δ΄ Λαοδίκη, την προσέγγιση με τη Ρόδο και τη διενέργεια προπαγάνδας στον ελλαδικό χώρο.
Στον ελλαδικό χώρο άρχισε να καλλιεργείται μια συμπάθεια για τον Μακεδόνα βασιλέα, στην οποία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο και η υποβόσκουσα αντιπάθεια προς τους Ρωμαίους. Ο Περσέας φρόντισε να εξομαλύνει τις σχέσεις του βασιλείου του με τους Αιτωλούς και στη συνέχεια προσπάθησε να συμφιλιωθεί με τους Αχαιούς. Ωστόσο, οι κινήσεις του προκάλεσαν την αντίδραση των αντιπάλων του τόσο στην ελληνική χερσόνησο όσο και στη δυτική Μικρά Ασία. Το 172 π.Χ. ο βασιλέας της Περγάμου Ευμένης Β΄ μετέβη στη Ρώμη, όπου διατύπωσε μια σειρά από κατηγορίες εναντίον του Περσέα, ερεθίζοντας πολλά μέλη της άρχουσας τάξης.
Την άνοιξη του 171 π.Χ. η Ρώμη κήρυξε τον Γ΄ Μακεδονικό Πόλεμο εναντίον του Περσέα. Η πρώτη αξιόλογη μάχη του πολέμου έλαβε χώρα τον Μάιο εκείνου του έτους στη Θεσσαλία, με τους Μακεδόνες να αναδεικνύονται νικητές απέναντι στα στρατεύματα του Πόπλιου Λικίνιου Κράσσου. Τα επόμενα δύο χρόνια, τα ρωμαϊκά στρατεύματα δεν κατάφεραν πολλά, εκτός από το να δυσαρεστήσουν τους Ελληνες συμμάχους τους, καθότι προέβησαν επανειλημμένα σε λεηλασίες πόλεων. Την άνοιξη του 168 π.Χ. έφθασε στην ελληνική χερσόνησο ως επικεφαλής των ρωμαϊκών δυνάμεων ο Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος, ο οποίος είχε διατελέσει ύπατος και το 182 π.Χ.
Ο Παύλος φρόντισε αμέσως να ενημερωθεί για την κατάσταση που επικρατούσε στη χερσόνησο, τις συμμαχίες του Μακεδόνα βασιλέα, τις αδυναμίες και τα προτερήματα της στρατηγικής του, προκειμένου να διαμορφώσει ο ίδιος τη δική του στρατηγική. Διέθετε πλούσια μόρφωση, γνώρισε πολύ καλά τα ελληνικά, ήταν ευφυής και έμπειρος από πολεμικές επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με κάποιους μελετητές, όμως, ο Παύλος ήταν ένας άπληστος και αιμοδιψής άνθρωπος.
Αφού αφιέρωσε αρκετό χρόνο στην εκπαίδευση των στρατιωτών του, ο Αιμίλιος Παύλος κατευθύνθηκε προς τις εκβολές του Πηνειού τον Ιούνιο του 168 π.Χ. Στις 22 Ιουνίου τα δύο στρατεύματα συγκρούστηκαν στην Πύδνα. Αρχικά, οι Μακεδόνες στρατιώτες σημείωσαν κάποιες επιτυχίες, αναγκάζοντας τον Παύλο να παραδεχθεί αργότερα ότι δεν είχε αντικρίσει στη ζωή του φοβερότερο θέαμα από την επίθεση της μακεδονικής φάλαγγας. Στη συνέχεια, ωστόσο, προκάλεσε τη διάσπαση της συνοχής των Μακεδόνων, αφού τους παρέσυρε σε κάποια υψώματα. Σύντομα, η μάχη εξελίχθηκε σε πραγματική σφαγή για τους Μακεδόνες, με τους νεκρούς να ξεπερνούν τους 20.000 άνδρες και τους αιχμαλώτους να υπολογίζονται σε 5.000.
Ο Περσέας εγκατέλειψε τη μάχη και διέφυγε πρώτα στην πρωτεύουσά του την Πέλλα και στη συνέχεια στη Σαμοθράκη, όπου συνελήφθη από τους Ρωμαίους. Ο αιχμάλωτος Μακεδόνας βασιλέας συμμετείχε στον θρίαμβο του Αιμίλιου Παύλου στη Ρώμη. Πέθανε μερικά χρόνια αργότερα στην Ιταλία.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

