Το 1986 η Νότια Αφρική βρισκόταν σε μια περίοδο έντονων εσωτερικών συγκρούσεων και αυξανόμενης διεθνούς πίεσης κατά του καθεστώτος του απαρτχάιντ. Η κυβέρνηση είχε κηρύξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης το προηγούμενο έτος, παραχωρώντας εκτεταμένες εξουσίες στις δυνάμεις ασφαλείας, καθώς διαδηλώσεις, απεργίες και εξεγέρσεις στις μαύρες συνοικίες εξαπλώνονταν σε ολόκληρη τη χώρα. O αρχιεπίσκοπος Ντέσμοντ Τούτου, ο οποίος είχε τιμηθεί με το Νομπέλ Ειρήνης το 1984, είχε ήδη αναδειχθεί σε μία από τις πιο σημαντικές φωνές κατά του ρατσιστικού καθεστώτος. Τα χρόνια που θα ακολουθούσαν, οι πύρινοι λόγοι του για δικαιοσύνη αλλά και η αντίθεσή του στη βία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ομαλή μετάβαση της χώρας στη δημοκρατία.
Πνευματικότητα με κοινωνική ευθύνη
Ο Ντέσμοντ Τούτου γεννήθηκε το 1931 στο Κλέρκσντορπ, κοντά στο Γιοχάνεσμπουργκ, σε μια σχετικά φτωχή οικογένεια – ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και η μητέρα του οικιακή βοηθός. Αρχικά ήθελε να σπουδάσει Ιατρική, αλλά οικονομικοί περιορισμοί τον οδήγησαν τελικά στην ιεροσύνη. Αυτή η επιλογή αποδείχθηκε καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του: η βαθιά χριστιανική πίστη του επηρέασε καθοριστικά τόσο τα λόγια όσο και τις πράξεις του. Η εκκλησιαστική του εμπειρία έθεσε τα θεμέλια για τον μετέπειτα δημόσιο ρόλο του, συγκροτώντας μια προσωπικότητα όπου συνυπήρχαν η πνευματικότητα και η κοινωνική ευθύνη. Χειροτονημένος το 1961, εργάστηκε ακούραστα σε ενορίες, δίδαξε θεολογία και το 1986 έγινε αρχιεπίσκοπος του Κέιπ Τάουν, καταλαμβάνοντας την ανώτατη αγγλικανική θέση στη Νότια Αφρική. Η προσωπικότητα του Ντέσμοντ Τούτου χαρακτηριζόταν από έναν σπάνιο συνδυασμό ταπεινότητας, θάρρους, ευαισθησίας και πίστης. Από τα πρώτα του χρόνια ως ιερέας έως την άνοδό του στην ιεραρχία της Αγγλικανικής Εκκλησίας της Νότιας Αφρικής, παρέμεινε απολύτως προσηλωμένος στην υπηρεσία της κοινότητας, χωρίς ποτέ να διαχωρίζει τη θρησκεία από τον αγώνα για δικαιοσύνη και ανθρώπινη αξιοπρέπεια για τις μαύρες κοινότητες.
Ενα κεντρικό θέμα στη ζωή του Τούτου είναι η άρνησή του να αποδεχθεί το απαρτχάιντ. Από πολύ νωρίς απέρριψε την ιδέα ότι ένας ιερέας πρέπει να παραμένει απολιτικός, υποστηρίζοντας, αντιθέτως, ότι η αδικία απαιτεί δράση. Καταδίκασε ανοιχτά τον φυλετικό διαχωρισμό ως «κακό και ανήθικο και, επομένως, αντιχριστιανικό», ερχόμενος σε άμεση αντιπαράθεση με το ρατσιστικό καθεστώς της χώρας. Οι Αρχές προσπάθησαν να τον φιμώσουν περιορίζοντας τις μετακινήσεις του και λογοκρίνοντας τις ομιλίες του. Ωστόσο, αυτές οι πιέσεις ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την αποφασιστικότητά του. Ο Τούτου έγινε ένα «αγκάθι» στα πλευρά του καθεστώτος, χρησιμοποιώντας κηρύγματα, δημόσιες ομιλίες και διεθνείς παρεμβάσεις για να αποκαλύψει το ανθρώπινο κόστος του φυλετικού διαχωρισμού και να κινητοποιήσει τη διεθνή κοινή γνώμη εναντίον του. Παρά τις πολλές διακρίσεις του και τη διεθνή αναγνώριση, o ίδιος παρουσίαζε σταθερά τον εαυτό του ως εκπρόσωπο των καταπιεσμένων, επιμένοντας ότι κάθε τιμή ανήκε σε εκείνους που «αντιμετωπίζονταν σαν σκουπίδια… σαν να μην είχαν καμία αξία».
«Χωρίς συγχώρεση δεν υπάρχει μέλλον»
Διάφορες προσωπικές εμπειρίες διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα και την κοσμοθεωρία του. Η συμπόνια της μητέρας του για τους αδύναμους, η πειθαρχία του πατέρα του και ιδιαίτερα το παράδειγμα μορφών όπως ο ιερέας Τρέβορ Χάντλστον καλλιέργησαν μέσα του μια διά βίου δέσμευση στη δικαιοσύνη και την κοινωνική ενσυναίσθηση. Οι εμπειρίες φυλετικής ταπείνωσης στα νεανικά του χρόνια έρχονται σε αντίθεση με στιγμές αξιοπρέπειας, αφήνοντας βαθύ αποτύπωμα πάνω του. Αυτές οι διαμορφωτικές εμπειρίες, σε συνδυασμό με την ισχυρή του πίστη, τον οδήγησαν να αντιλαμβάνεται την Εκκλησία ως όργανο κοινωνικής αλλαγής. «Αν παραμένεις ουδέτερος σε καταστάσεις αδικίας», είχε πει, «έχεις επιλέξει την πλευρά του καταπιεστή».
Δεν δίστασε να μιλήσει ανοικτά ακόμη και κατά της ίδιας της Εκκλησίας: «Οταν οι ιεραπόστολοι ήρθαν στην Αφρική, εκείνοι είχαν τη Βίβλο κι εμείς είχαμε τη γη. Μας είπαν, “ας προσευχηθούμε”. Κλείσαμε τα μάτια μας. Οταν τα ανοίξαμε, εμείς είχαμε τη Βίβλο κι εκείνοι είχαν τη γη μας».
Τελικά, η ζωή του Ντέσμοντ Τούτου αποτέλεσε μια απολύτως συνεπή προσπάθεια να ενώσει την πνευματικότητα με τον ακτιβισμό, αποδεικνύοντας ότι η ηθική ηγεσία μπορεί να αμφισβητήσει ακόμη και τα πιο εδραιωμένα συστήματα καταπίεσης. Δεν δίστασε να μιλήσει ανοικτά ακόμη και κατά της ίδιας της Εκκλησίας: «Οταν οι ιεραπόστολοι ήρθαν στην Αφρική, εκείνοι είχαν τη Βίβλο κι εμείς είχαμε τη γη. Μας είπαν, “ας προσευχηθούμε”. Κλείσαμε τα μάτια μας. Οταν τα ανοίξαμε, εμείς είχαμε τη Βίβλο κι εκείνοι είχαν τη γη μας».
Η τελευταία φάση της ζωής του, που εκτείνεται στη μετα-απαρτχάιντ εποχή, τη δημοκρατική πλέον Νότια Αφρική, χαρακτηρίζεται από συνέπεια στις αξίες και στις αρχές του. Το βασικό του μήνυμα παρέμεινε εντυπωσιακά σταθερό: δέσμευση στη δικαιοσύνη, στην κοινότητα και στη συμφιλίωση. Ακόμη και στην κορύφωση της σύγκρουσης, απέρριπτε το μίσος και τη βία και επέμενε στη συγχώρεση, εκφράζοντας ένα όραμα που αντλεί από τη χριστιανική θεολογία, αλλά και από την αφρικανική έννοια του ubuntu, δηλαδή ότι «ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος μέσα από τους άλλους». Η μεταγενέστερη δράση του –συμπεριλαμβανομένης της ενασχόλησής του με παγκόσμια ζητήματα, όπως η φτώχεια, η ειρήνη και το AIDS– ξεπέρασε τα όρια της Νότιας Αφρικής. Η στάση του παρέμεινε σταθερή, διαμορφωμένη από την πίστη, σφυρηλατημένη μέσα στην αδικία και τελικά αφιερωμένη στην οικοδόμηση ενός πιο ανθρώπινου κόσμου. «Χωρίς συγχώρεση», είπε κάποτε, «δεν υπάρχει μέλλον».
«Θεολογία της απελευθέρωσης»
Οι αντιλήψεις και τα πιστεύω του Τούτου συνδέονται με την παράδοση της λατινοαμερικανικής «θεολογίας της απελευθέρωσης». Και οι δύο μοιράζονται μια θεμελιώδη αρχή: ότι η χριστιανική πίστη δεν μπορεί να παραμένει ουδέτερη απέναντι στη δομική αδικία. Στη Λατινική Αμερική, θεολόγοι όπως ο Γκουστάβο Γκουτιέρες υποστήριξαν ότι η θεολογία πρέπει να ξεκινάει από τη βιωμένη εμπειρία των φτωχών και των καταπιεσμένων. Η στάση του Τούτου στη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ αντικατοπτρίζει επίσης αυτή τη θέση. Επέμενε ότι το απαρτχάιντ δεν ήταν απλώς ένα πολιτικό σύστημα, αλλά μια ηθική και θεολογική εκτροπή, μια παραβίαση θεμελιωδών χριστιανικών αρχών, και συνεπώς ένα ζήτημα που αφορούσε άμεσα την Εκκλησία. Ο Τούτου απέρριπτε ρητώς κάθε διαχωρισμό μεταξύ θρησκείας και πολιτικής όταν διακυβευόταν η συνείδηση.
Από πολύ νωρίς απέρριψε την ιδέα ότι ένας ιερέας πρέπει να παραμένει απολιτικός, υποστηρίζοντας, αντιθέτως, ότι η αδικία απαιτεί δράση. Αντιλαμβανόταν την Εκκλησία ως όργανο κοινωνικής αλλαγής. «Αν παραμένεις ουδέτερος σε καταστάσεις αδικίας, έχεις επιλέξει την πλευρά του καταπιεστή».
Η σύνδεση με τη θεολογία της απελευθέρωσης γίνεται ακόμη πιο σαφής μέσα από την κοινή τους έμφαση στην έννοια της δομικής αμαρτίας και της συλλογικής ευθύνης. Η θεολογία της απελευθέρωσης ερμηνεύει τη φτώχεια και την ανισότητα ως προϊόντα άδικων συστημάτων και όχι ως ατομικές αποτυχίες. Με παρόμοιο τρόπο, ο Τούτου τόνιζε σταθερά ότι το απαρτχάιντ αποτελούσε μια συστημική αδικία ριζωμένη στη νομοθεσία, στην οικονομία και στην καθημερινή ζωή. Η υποστήριξή του στις διεθνείς κυρώσεις και οι εκκλήσεις του για παγκόσμια αλληλεγγύη αντανακλούν την επιμονή της «θεολογίας της απελευθέρωσης» στη μεταμόρφωση των καταπιεστικών δομών και όχι απλώς στην ανακούφιση των συνεπειών τους. Οπως και οι Λατινοαμερικανοί θεολόγοι, χρησιμοποίησε την Εκκλησία ως πλατφόρμα κινητοποίησης –αυτό που ένας αναλυτής χαρακτηρίζει εύστοχα «προνόμιο του βήματος»– για να επηρεάσει τόσο το εσωτερικό όσο και το διεθνές κοινό. Υπό αυτή την έννοια, ο Τούτου λειτούργησε στην πράξη ως θεολόγος της απελευθέρωσης, ακόμη κι αν κινήθηκε στο πλαίσιο της αγγλικανικής και όχι της καθολικής διανοητικής παράδοσης.
Υπάρχει, ωστόσο, μια διακριτή διάσταση στην προσέγγιση του Τούτου που αποκλίνει από τη θεολογία της απελευθέρωσης. Ενώ πολλοί Λατινοαμερικανοί κληρικοί ενσωμάτωσαν στοιχεία της μαρξιστικής κοινωνικής ανάλυσης, ο Τούτου παρέμεινε πιο προσανατολισμένος σε μια θεολογία συμφιλίωσης και συγχώρεσης. Το όραμά του δεν περιοριζόταν στην αντίσταση. Αντιθέτως, επεκτεινόταν σε ένα μέλλον συνύπαρξης μεταξύ καταπιεστών και καταπιεσμένων, προαναγγέλλοντας την πολιτική του Νέλσον Μαντέλα και τη θεσμοθέτηση της Επιτροπής Αλήθειας και Συμφιλίωσης, της οποίας ο Τούτου προήδρευσε από το 1995 έως το 1998, δίνοντας έμφαση στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην αποκατάσταση.
*Ο κ. Αστέρης Χουλιάρας είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
*Επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου

