Ο Φερνάντο Αντόνιο Νογκέιρα Πεσόα γεννήθηκε στη Λισσαβώνα στις 13 Ιουνίου 1888, αλλά πέρασε εννέα από τα παιδικά του χρόνια στην υπό βρετανική διοίκηση πόλη Ντέρμπαν της Νότιας Αφρικής, όπου ο πατριός του είχε θέση πρόξενου – o πατέρας του είχε πεθάνει από φυματίωση μόλις στα πέντε του χρόνια. Λίγο μετά τα 17α γενέθλιά του, επέστρεψε στη Λισσαβώνα για να εγγραφεί στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα Τεχνών και Γραμμάτων. Ωστόσο, ύστερα από δύο χρόνια σταμάτησε χωρίς να δώσει εξετάσεις. Προτίμησε να συχνάζει στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου μελετούσε έργα φιλοσοφίας, ιστορίας, κοινωνιολογίας και λογοτεχνίας προκειμένου να εμπλουτίσει τις γνώσεις που είχε λάβει στη Νότια Αφρική.
Σε αυτή την περίοδο θα εκδηλωθούν και οι πρώτες απόπειρές του στην ποίηση και την πεζογραφία, στην αγγλική, κυρίως, γλώσσα. Το πρώτο του δοκίμιο δημοσιεύθηκε το 1912, το πρώτο του πεζό έναν χρόνο αργότερα και τα πρώτα του ποιήματα το 1914. Μοναχικός άνθρωπος, ο Πεσόα, αν και υπήρξε ήδη από τη δεκαετία αυτή μία από τις ηγετικές μορφές του μοντερνιστικού κινήματος της Πορτογαλίας, προτιμούσε να ασκεί επιρροή μέσα από τα γραπτά του.
Αξιοσημείωτο είναι ότι τη χρονιά που δημοσιεύθηκαν τα πρώτα του ποιήματα, το 1914, ο Πεσόα διαμόρφωσε τα τρία κύρια λογοτεχνικά πρόσωπα ή alter ego του, στα οποία επέστρεφε καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του: τον Αλμπέρτο Καέιρο, έναν αγροτικής καταγωγής και όχι μορφωμένο ποιητή μεγάλων ιδεών που έγραφε σε ελεύθερο στίχο· τον Ρικάρντο Ρέις, έναν γιατρό που συνέθεσε ωδές επηρεασμένες από τον Οράτιο· και τον Αλβαρο ντε Κάμπος, έναν περιπετειώδη ναυπηγό, που είχε ως έδρα του το Λονδίνο και ήταν επηρεασμένος από τον ποιητή Ουόλτ Ουίτμαν και τους Ιταλούς φουτουριστές.
Στη Λισσαβώνα κατάφερε σταδιακά να αναγνωριστεί ως διανοούμενος και ποιητής. Αν και δημοσίευε τακτικά έργα του σε περιοδικά, βοηθώντας πολλά από αυτά να καταξιωθούν και να διατηρηθούν, φαίνεται πως το μεγαλύτερο μέρος των έργων του δεν δημοσιεύθηκε. Ωστόσο, κανείς από την οικογένειά του, που εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει από τη Νότια Αφρική στη Λισσαβώνα, δεν είχε συνειδητοποιήσει το πλούσιο υλικό που κρυβόταν στο μεγάλο μπαούλο του.
Το περιεχόμενο αυτό, το οποίο σήμερα αποτελεί το Αρχείο Πεσόα και βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Λισσαβώνας, περιλαμβάνει πάνω από 25 χιλιάδες χειρόγραφα φύλλα ποίησης, πεζογραφίας, θεατρικών έργων, φιλοσοφίας, κριτικής, μεταφράσεων, γλωσσολογικής θεωρίας, πολιτικών δοκιμίων και άλλων κειμένων με δακτυλογραφήσεις, είτε χειρόγραφες ή δυσανάγνωστες πρόχειρες λέξεις στα πορτογαλικά, τα αγγλικά και τα γαλλικά.
Φαίνεται πως ο Πεσόα έγραφε σε σημειωματάρια, σε φύλλα, στο πίσω μέρος επιστολών ή φυλλαδίων, σε φακέλους, σε αποκόμματα κάθε είδους, καθώς και στα περιθώρια των δικών του παλιών κειμένων.
Από το σύνολο των γραπτών του έγινε φανερό ότι δεν έμεινε μόνο στις τρεις βασικές «προσωπικότητες» που είχε δημιουργήσει το 1914, αλλά διαμόρφωσε πολλές ακόμα˙ από μεταφραστές και διηγηματογράφους, μέχρι έναν φιλόσοφο, έναν μοναχό και έναν δυστυχισμένο ευγενή που αυτοκτόνησε.
Υπήρχε ακόμα και μια γυναικεία περσόνα, ονόματι Μαρία Χοσέ, φυματική και όχι ιδιαίτερου κάλλους, η οποία ήταν ερωτευμένη με έναν μεταλλουργό που περνούσε κάθε μέρα κάτω από το παράθυρό της. Ο σημαντικός Πορτογάλος ποιητής και συγγραφέας πέθανε το 1935 σε ηλικία 47 ετών εξουθενωμένος από το ποτό. Ακόμα και σήμερα, πάντως, ο κόσμος των γραπτών του δεν έχει ακόμη χαρτογραφηθεί πλήρως από τους ερευνητές, ενώ ένα σημαντικό μέρος των πεζών του παραμένει αδημοσίευτο.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
