Σαν σήμερα: 10 Ιουνίου 1924 – Δολοφονείται από φασίστες ο σοσιαλιστής Τζάκομο Ματεότι

Σαν σήμερα: 10 Ιουνίου 1924 – Δολοφονείται από φασίστες ο σοσιαλιστής Τζάκομο Ματεότι

Η δολοφονία δεν ήταν ένα τυχαίο ξέσπασμα πολιτικής βίας. Ο Ματεότι είχε εξελιχθεί στον πιο επικίνδυνο κοινοβουλευτικό αντίπαλο του φασιστικού καθεστώτος

4' 11" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Στις 10 Ιουνίου 1924, ο Ιταλός σοσιαλιστής βουλευτής Τζάκομο Ματεότι έβγαινε από το σπίτι του στη Ρώμη, κατευθυνόμενος προς τη Βουλή. Λίγα λεπτά αργότερα, στη λεωφόρο Αρνο, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα του. Πέντε άνδρες τον άρπαξαν βίαια και προσπάθησαν να τον σύρουν στο εσωτερικό του οχήματος. Ο Ματεότι αντιστάθηκε σθεναρά, φωνάζοντας και παλεύοντας με τους απαγωγείς του. Μάρτυρες άκουσαν τις κραυγές του, όμως η επιχείρηση ολοκληρώθηκε μέσα σε ελάχιστο χρόνο και το αυτοκίνητο εξαφανίστηκε στους δρόμους της ιταλικής πρωτεύουσας.

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής ο βουλευτής συνέχισε να αντιστέκεται. Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες καταθέσεις των δραστών, η πάλη υπήρξε τόσο έντονη ώστε τελικά δέχθηκε πολλαπλά χτυπήματα και μαχαιρώθηκε. Το σώμα του μεταφέρθηκε σε απομονωμένη δασική περιοχή έξω από τη Ρώμη, όπου θάφτηκε πρόχειρα. Για εβδομάδες η τύχη του παρέμενε άγνωστη. Μόνο στις 16 Αυγούστου ανακαλύφθηκε το πτώμα του, σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης.

Η δολοφονία δεν ήταν ένα τυχαίο ξέσπασμα πολιτικής βίας. Ο Ματεότι είχε εξελιχθεί στον πιο επικίνδυνο κοινοβουλευτικό αντίπαλο του φασιστικού καθεστώτος. Γεννημένος το 1885 στη Φράτα Πολεζίνε στο Βένετο, δικηγόρος και στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος, είχε αποκτήσει φήμη σοβαρού και αδιάφθορου πολιτικού, ο οποίος ασκούσε δριμεία αλλά τεκμηριωμένη κριτική απέναντι στο καθεστώς Μουσολίνι.

Την εποχή εκείνη η Ιταλία βρισκόταν σε μια μεταβατική κατάσταση. Ο Μπενίτο Μουσολίνι είχε αναλάβει την πρωθυπουργία μετά την Πορεία προς τη Ρώμη το 1922, όμως η χώρα δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε ολοκληρωτική δικτατορία. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης εξακολουθούσαν να λειτουργούν, οι εκλογές διεξάγονταν κανονικά και το Κοινοβούλιο διατηρούσε, τουλάχιστον θεωρητικά, σημαντικές αρμοδιότητες.

Οι εκλογές του Απριλίου 1924 αποτέλεσαν κρίσιμο σταθμό. Οι φασίστες εξασφάλισαν άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όμως η εκλογική διαδικασία συνοδεύτηκε από εκφοβισμούς, επιθέσεις, ξυλοδαρμούς και εκτεταμένες παρατυπίες. Ο Ματεότι αποφάσισε να αμφισβητήσει ανοιχτά τη νομιμότητα του αποτελέσματος. Στις 30 Μαΐου ανέβηκε στο βήμα της Βουλής και εκφώνησε μια ομιλία που έμελλε να μείνει στην ιστορία. Κατήγγειλε λεπτομερώς τη βία των φασιστών κατά την προεκλογική περίοδο και ζήτησε την ακύρωση των εκλογών.

Η παρέμβασή του προκάλεσε οργή στα φασιστικά έδρανα. Σύμφωνα με αρκετές μαρτυρίες, όταν ολοκλήρωσε την ομιλία του και δέχθηκε τα συγχαρητήρια των συναδέλφων του, απάντησε με πικρό χιούμορ: «Εκανα την ομιλία μου. Τώρα μπορείτε να ετοιμάσετε τον επικήδειό μου» (Io, il mio discorso l’ho fatto. Ora voi preparate il discorso funebre per me). Δέκα ημέρες αργότερα ήταν νεκρός.

Η εξαφάνισή του προκάλεσε πολιτικό σεισμό. Η αντιπολίτευση κατηγόρησε αμέσως το καθεστώς, ενώ οι έρευνες οδήγησαν γρήγορα σε πρόσωπα που συνδέονταν με τον φασιστικό μηχανισμό. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και ο Αμέριγκο Ντουμίνι, γνωστός για τη δράση του στις φασιστικές ομάδες κρούσης. Οι αποκαλύψεις έφεραν τον Μουσολίνι αντιμέτωπο με τη σοβαρότερη κρίση της πολιτικής του καριέρας. Για μήνες η κυβέρνησή του φαινόταν να κλυδωνίζεται, ενώ πολλοί ανέμεναν παρέμβαση του βασιλιά Βιτόριο Εμανουέλε Γ΄.

Η παρέμβαση αυτή δεν ήρθε ποτέ. Αντιθέτως, μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης αποχώρησε από το Κοινοβούλιο –με τη λεγόμενη «απόσχιση του Αβεντίνο» (Secessione dell’Aventino)– διακηρύσσοντας ότι δεν θα επανέλθουν στις εργασίες της Βουλής έως ότου μια νέα κυβέρνηση αποκαθιστούσε τις δημοκρατικές ελευθερίες, ελπίζοντας ότι ο βασιλιάς Βιτόριο Εμανουέλε Γ΄ θα παρενέβαινε για να απομακρύνει τον Μπενίτο Μουσολίνι από την εξουσία. Ομως, κατά τη διάρκεια της κρίσης, ο βασιλιάς αρνήθηκε να εξετάσει οποιαδήποτε εξωκοινοβουλευτική πρωτοβουλία. 

Στις 3 Ιανουαρίου 1925 ο Μουσολίνι πέρασε στην αντεπίθεση. Σε μια ιστορική ομιλία ενώπιον της Βουλής ανέλαβε ουσιαστικά την πολιτική ευθύνη για το κλίμα βίας που είχε δημιουργηθεί: «Μα τότε, κύριοι, ποιες πεταλούδες πάμε να κυνηγήσουμε κάτω από την αψίδα του Τίτου; Ε λοιπόν, δηλώνω εδώ, ενώπιον αυτής της συνέλευσης και ενώπιον ολόκληρου του ιταλικού λαού, ότι αναλαμβάνω εγώ μόνος την πολιτική, ηθική και ιστορική ευθύνη για ό,τι έχει συμβεί.
»Αν μερικές φράσεις, λίγο-πολύ παραποιημένες, αρκούν για να κρεμάσουν έναν άνθρωπο, τότε ας φέρουν τον πάσσαλο και το σχοινί! Αν ο φασισμός δεν ήταν τίποτε άλλο παρά καστορέλαιο και γκλομπ*, και όχι μια υπερήφανη παρόρμηση της καλύτερης ιταλικής νεολαίας, τότε η ευθύνη βαραίνει εμένα! Αν ο φασισμός υπήρξε μια εγκληματική οργάνωση, αν όλες οι βιαιότητες υπήρξαν το αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου ιστορικού, πολιτικού και ηθικού κλίματος, τότε εγώ αναλαμβάνω την ευθύνη γι’ αυτό, γιατί αυτό το ιστορικό, πολιτικό και ηθικό κλίμα εγώ το δημιούργησα, με μια προπαγάνδα που ξεκινά από την περίοδο της επέμβασης στον πόλεμο μέχρι σήμερα».

Στη συνέχεια, προκάλεσε τους αντιπάλους του να τον ανατρέψουν. Ομως, κανείς δεν μπορούσε πλέον να το κάνει. Μέσα στους επόμενους μήνες καταργήθηκαν οι τελευταίες ουσιαστικές εγγυήσεις του κοινοβουλευτικού καθεστώτος και η Ιταλία οδηγήθηκε ανοιχτά στη φασιστική δικτατορία, ενώ αφαιρέθηκε το βουλευτικό αξίωμα από τους αποσχισθέντες.

Για τον λόγο αυτό, η δολοφονία του Ματεότι θεωρείται από πολλούς η στιγμή κατά την οποία η ιταλική δημοκρατία έχασε την τελευταία πραγματική ευκαιρία να ανακόψει την πορεία προς τον ολοκληρωτισμό. Ετσι, ο θάνατος ενός βουλευτή έγινε το σύμβολο της κατάρρευσης ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος.

*Οι φασιστικές ομάδες κρούσης χρησιμοποιούσαν συχνά το καστορέλαιο ως μέσο εξευτελισμού πολιτικών αντιπάλων, εξαναγκάζοντας τους αντιφρονούντες να το καταναλώσουν σε μεγάλες ποσότητες, προκαλώντας έντονες γαστρεντερικές αντιδράσεις. Συνήθως, συνδυαζόταν με ξυλοδαρμούς, κυρίως με γκλομπ. Στόχος δεν ήταν μόνο η σωματική βλάβη, αλλά και ο δημόσιος εξευτελισμός και η ψυχολογική καταρράκωση των θυμάτων. 

Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT