Στις 9 Ιουνίου 1983 οι Βρετανοί προσήλθαν στις κάλπες για μια εκλογική αναμέτρηση που έμελλε να αποδειχθεί καθοριστική για την πορεία της χώρας κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Το αποτέλεσμα έδωσε στη Μάργκαρετ Θάτσερ και στο Συντηρητικό Κόμμα μια σαρωτική νίκη, με 397 έδρες στη Βουλή των Κοινοτήτων και μία από τις μεγαλύτερες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες της μεταπολεμικής περιόδου.
Τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη της εκλογική επικράτηση, η πρωθυπουργός εξασφάλιζε μια δεύτερη ισχυρή εντολή, αποκτώντας τις κοινοβουλευτικές προϋποθέσεις τις οποίες χρειαζόταν για να συνεχίσει τις βαθιές οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που είχε ξεκινήσει.
Η έκταση της νίκης ίσως έκανε πολλούς να ξεχάσουν πόσο αβέβαιη φαινόταν η πολιτική της θέση μόλις δύο χρόνια νωρίτερα. Οταν η Θάτσερ ανέλαβε την εξουσία το 1979, η χώρα αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο πληθωρισμός παρέμενε υψηλός, η παραγωγικότητα υστερούσε έναντι των ανταγωνιστών της Βρετανίας και οι αλλεπάλληλες απεργίες της δεκαετίας του 1970 είχαν δημιουργήσει την αίσθηση ότι το κράτος είχε χάσει τον έλεγχο. Η νέα κυβέρνηση υιοθέτησε μια πολιτική που απέρριπτε πολλές από τις βασικές παραδοχές της μεταπολεμικής συναίνεσης και του κεϊνσιανικού μοντέλου.
Προχώρησε σε περιορισμό των δημόσιων δαπανών, έδωσε έμφαση στον έλεγχο του πληθωρισμού, προώθησε τις ιδιωτικοποιήσεις και επιδίωξε να μειώσει την επιρροή των συνδικάτων.
Οι συνέπειες ήταν άμεσες αλλά και επώδυνες. Η οικονομία εισήλθε σε βαθιά ύφεση, η ανεργία ξεπέρασε τα τρία εκατομμύρια και πολλές βιομηχανικές περιοχές βρέθηκαν αντιμέτωπες με μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας. Το 1981 ξέσπασαν σοβαρές κοινωνικές ταραχές σε πόλεις όπως το Μπρίξτον, το Λίβερπουλ και το Μπέρμιγχαμ, ενώ ακόμη και στο εσωτερικό του Συντηρητικού Κόμματος δεν έλειπαν όσοι θεωρούσαν ότι η Θάτσερ οδηγούσε τη χώρα σε αδιέξοδο.
Σε εκείνη τη φάση, λίγοι θα προέβλεπαν ότι μέσα σε δύο χρόνια θα κέρδιζε μία από τις πιο άνετες εκλογικές νίκες της σύγχρονης βρετανικής ιστορίας. Καθοριστικό ρόλο στην πολιτική της ανάκαμψη έπαιξε ο πόλεμος των Φόκλαντ. Τον Απρίλιο του 1982 η στρατιωτική δικτατορία της Αργεντινής κατέλαβε τα νησιά, τα οποία βρίσκονταν υπό βρετανική κυριαρχία.
Η απόφαση της Θάτσερ να αποστείλει ναυτική δύναμη στον Νότιο Ατλαντικό αντιμετωπίστηκε αρχικά με σκεπτικισμό, όμως η επιτυχής ανακατάληψη των νησιών δύο μήνες αργότερα μετέβαλε το πολιτικό κλίμα. Η νίκη ανύψωσε το γόητρο της χώρας και ενίσχυσε θεαματικά το κύρος της πρωθυπουργού, η οποία εμφανίστηκε στα μάτια πολλών ψηφοφόρων ως αποφασιστική ηγέτιδα σε μια περίοδο αβεβαιότητας.
Ωστόσο, η εκλογική νίκη του 1983 δεν εξηγείται μόνο από τη δημοτικότητα της Θάτσερ. Εξίσου σημαντική ήταν η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η αντιπολίτευση. Το Εργατικό Κόμμα περνούσε μία από τις δυσκολότερες περιόδους της ιστορίας του. Υπό την ηγεσία του Μάικλ Φουτ είχε υιοθετήσει ένα πρόγραμμα που προέβλεπε εκτεταμένες εθνικοποιήσεις, μονομερή πυρηνικό αφοπλισμό και αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.
Οι θέσεις αυτές προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό του κόμματος. Οι εσωτερικές συγκρούσεις είχαν οδηγήσει, ήδη από το 1981, στην αποχώρηση σημαντικών στελεχών των Εργατικών και στη δημιουργία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Το νέο κόμμα συμμάχησε εκλογικά με τους Φιλελεύθερους, δημιουργώντας μια ισχυρή κεντρώα εναλλακτική πρόταση. Αν και η συμμαχία αυτή προσέλκυσε σημαντικό αριθμό ψηφοφόρων, συνέβαλε ταυτόχρονα στον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης απέναντι στους Συντηρητικούς.
Το αποτέλεσμα των εκλογών ανέδειξε με εντυπωσιακό τρόπο τις ιδιαιτερότητες του βρετανικού εκλογικού συστήματος. Οι Συντηρητικοί εξασφάλισαν περίπου το 42% των ψήφων, ποσοστό υψηλό αλλά όχι συντριπτικό. Ωστόσο, χάρη στο πλειοψηφικό σύστημα, το ποσοστό αυτό μετατράπηκε σε σχεδόν τα 2/3 των εδρών του Κοινοβουλίου. Αντίθετα, η συμμαχία Σοσιαλδημοκρατών και Φιλελευθέρων συγκέντρωσε πάνω από το 1/4 των ψήφων, αλλά απέσπασε πολύ μικρό αριθμό εδρών. Για το Εργατικό Κόμμα η ήττα αυτή ήταν πολύ βαριά, γεγονός που θα οδηγούσε τα επόμενα χρόνια σε βαθιά εσωτερική αναθεώρηση της πολιτικής του φυσιογνωμίας.
Ετσι, η εκλογική αναμέτρηση του 1983 έδωσε στη Θάτσερ τη δυνατότητα να επιβάλει με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα το πολιτικό της πρόγραμμα. Κατά τη δεύτερη θητεία της επιταχύνθηκαν οι ιδιωτικοποιήσεις, ενισχύθηκε η απορρύθμιση της οικονομίας και κορυφώθηκε η σύγκρουση με το συνδικάτο των ανθρακωρύχων κατά τη μεγάλη απεργία του 1984-1985. Οι αλλαγές αυτές αναδιαμόρφωσαν τη βρετανική οικονομία, αλλά και τον πολιτικό διάλογο γύρω από τον ρόλο του κράτους, της αγοράς και των συνδικάτων.Οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι η πολιτική της συνέβαλε στην οικονομική αναζωογόνηση της χώρας και στην αποκατάσταση της διεθνούς της επιρροής. Οι επικριτές της αντιτείνουν ότι το τίμημα υπήρξε βαρύ για τις βιομηχανικές κοινότητες και ότι οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνθηκαν σημαντικά.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

