Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε σε μια εύπορη οικογένεια, σε ένα χωριό της Ανδαλουσίας, και σε ηλικία 10 ετών μετακόμισε με την οικογένειά του στη Γρανάδα. Μετά τη φοίτησή του σε καθολικό δημόσιο σχολείο, εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας, όπου χρειάστηκε εννέα χρόνια για να ολοκληρώσει τις σπουδές του.
Παρά τα σχέδιά του να γίνει μουσικός και συνθέτης –ήταν πολύ καλός πιανίστας–, ήδη από τα τελευταία χρόνια της εφηβείας του είχε στραφεί στη συγγραφή. Το 1919, ο Λόρκα μετακόμισε στη Μαδρίτη για να συνεχίσει τις σπουδές του και έμεινε στην ονομαστή για το φιλελεύθερο και εκσυγχρονιστικό της πνεύμα Residencia de Estudiantes (Φοιτητική Εστία). Εκεί γνώρισε τον Σαλβαδόρ Νταλί -με τον οποίο ανέπτυξε στενή σχέση και από τον οποίο επηρεάστηκε σημαντικά-, τον Λουίς Μπουνιουέλ και άλλες σημαντικές πνευματικές προσωπικότητες.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο Λόρκα άρχισε να πειραματίζεται με σύντομες, ελλειπτικές μορφές στίχων εμπνευσμένες, ανάμεσα σε άλλα, από το ισπανικό λαϊκό τραγούδι και το ιαπωνικό χαϊκού. Από το 1925, ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό χάρη στον Σαλβαδόρ Νταλί, ο ποιητής άρχισε να πειραματίζεται πιο τολμηρά με ρεύματα όπως ο σουρεαλισμός. Αρνήθηκε όμως να ευθυγραμμιστεί εξολοκλήρου με κάποιο από αυτά.
Το 1928 δημοσιεύθηκε το Romancero gitano (Τσιγγάνικα τραγούδια), μια ποιητική συλλογή από δεκαοκτώ «μπαλάντες», εμπνευσμένες από τον παραδοσιακό ισπανικό ρομαντισμό. Αν και τυπικά ακολουθούν τους γενικούς κανόνες της μεσαιωνικής ισπανικής μπαλάντας με τα in medias res ανοίγματα και τους απότομους τερματισμούς τους, το πνεύμα και η μεταφορική τους καινοτομία είναι ξεκάθαρα σύγχρονης λογικής. Με το συγκεκριμένο έργο ο Λόρκα ανήλθε στο εθνικό προσκήνιο, όπως φαίνεται και από το ότι η πρώτη έκδοση του βιβλίου εξαντλήθηκε μέσα σε έναν χρόνο. Η συγκεκριμένη συλλογή, μάλιστα, αποτελεί μία από τις πολλές περιπτώσεις που έργο του Λόρκα ενέπνευσε άλλους καλλιτέχνες να το αποδώσουν με τη δική τους μορφή – μεταξύ αυτών, η μελοποίηση του Μίκη Θεοδωράκη.
Ωστόσο, η ξαφνική και μεγάλη δημοσιότητα ακύρωσε την ιδιωτικότητά του και, σε συνδυασμό με την κατάρρευση της στενής σχέσης του με τον Νταλί, οδήγησε τον Λόρκα σε σοβαρή κατάθλιψη. Αναζήτησε νέα έμπνευση επισκεπτόμενος τη Νέα Υόρκη και την Κούβα τη διετία 1929–30.
Στην Κούβα έγραψε ένα σύνθετο, εξπρεσιονιστικό έργο, το οποίο εξερευνά τη φύση του ομοφυλοφιλικού πάθους. Κατά την επιστροφή του στην Ισπανία, ολοκλήρωσε ένα δεύτερο έργο με στόχο να σπάσει τα όρια της συμβατικής δραματουργίας και, ταυτόχρονα, ανέλαβε τη διεύθυνση μιας περιοδεύουσας φοιτητικής θεατρικής ομάδας. Το 1933 έκανε πρεμιέρα ο «Ματωμένος Γάμος», μια τραγωδία που θυμίζει σε αρκετά σημεία τόσο τις αρχαίες ελληνικές, όσο και τις αναγεννησιακές και μπαρόκ πηγές της.
Ο Λόρκα είχε συγγράψει την πρώτη του μεγάλη θεατρική επιτυχία και ταυτόχρονα συνέβαλε στα εγκαίνια μίας από τις πιο λαμπρές εποχές του ισπανικού θεάτρου. Στη συνέχεια, μετέβη στο Μπουένος Αϊρες της Αργεντινής για να επιβλέψει παραγωγές των έργων του και να δώσει μια σειρά από διαλέξεις. Το 1934, παρουσίασε τη «Γέρμα», τη δεύτερη από τις ανδαλουσιανές τραγωδίες του, και ολοκλήρωσε το πρώτο προσχέδιο της τρίτης του τραγωδίας με τίτλο «Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα».
Ενα χρόνο αργότερα, δούλεψε στο πιο άμεσα πολιτικό του έργο («Το όνειρο της ζωής»), το οποίο σχετιζόταν με πρόσφατα γεγονότα της Ισπανίας. Στις 16 Αυγούστου 1936, και ενώ είχε ξεσπάσει ο Ισπανικός Εμφύλιος, ο Λόρκα συνελήφθη στη Γρανάδα από εθνικιστικές δυνάμεις, οι οποίες απεχθάνονταν την ομοφυλοφιλία και τις φιλελεύθερες απόψεις του, και φυλακίστηκε χωρίς δίκη.
Λίγες μέρες αργότερα, οδηγήθηκε σε μια απομακρυσμένη πλαγιά έξω από την πόλη και δολοφονήθηκε. Το 1986, η ισπανική κυβέρνηση γιόρτασε την 50ή επέτειο από τον θάνατο του Λόρκα στήνοντας ένα μνημείο στον τόπο της δολοφονίας του.

