Προερχόμενος από τις ακτές της νότιας Χιλής, ο σεισμός των 9,5 βαθμών Ρίχτερ σημειώθηκε λίγο μετά τις τρεις το μεσημέρι, στις 22 Μαΐου 1960. To επίκεντρό του απείχε περίπου 160 χιλιόμετρα από τις ακτές της Χιλής. Την προηγούμενη ημέρα, είχε εκδηλωθεί μια σειρά από σεισμικές δονήσεις, οι οποίες είχαν «προειδοποιήσει» για την επερχόμενη καταστροφή – χαρακτηριστική ήταν μια σεισμική δόνηση μεγέθους 8,1 Ρίχτερ η οποία προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στην Κονσεπσιόν και επίσης τη μετατόπιση του ρήγματος, καθώς μέρος της πλάκας Νάζκα βυθίστηκε κάτω από τη νοτιοαμερικανική πλάκα.
Μετά το χτύπημα του Εγκέλαδου, πολλές πόλεις της Χιλής υπέστησαν σημαντικές ζημιές, συμπεριλαμβανομένων του Πουέρτο Μοντ, όπου σημειώθηκε αισθητή καθίζηση, και της Βαλδίβια, όπου σχεδόν τα μισά κτίρια χαρακτηρίστηκαν ακατοίκητα.
Αν και το χάος που προκλήθηκε από τη σεισμική δόνηση ήταν σημαντικό, τα περισσότερα από τα θύματα προήλθαν από το τσουνάμι που ακολούθησε· μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις τα κύματα ξεπέρασαν ακόμα και τα 10 μέτρα σε ύψος. Μία από τις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο ήταν το Λας Γκαβιότας, ένας οικισμός που βρίσκεται στη νοτιοανατολική ακτή. Εκεί, μαζί με τα σπίτια των κατοίκων, καταστράφηκε και το τότε δημοφιλές ξενοδοχείο Τέρμας δε Ρουπάνκο, το οποίο βρισκόταν κοντά σε γεωθερμικές πηγές και παρασύρθηκε από τις κατολισθήσεις.
Παράλληλα, εκείνη την περίοδο βρισκόταν υπό κατασκευή ένας δρόμος κατά μήκος της νότιας ακτογραμμής για τη σύνδεση του Οσόρνο με το Λας Γκαβιότας˙ τόσο ο δρόμος όσο και πολλές από τις εγκαταστάσεις διαμονής των εργατών καταστράφηκαν.
Παρόμοια φαινόμενα υπήρξαν και σε άλλες περιοχές, όπως στο μικρό λιμάνι της Μπαχία Μάνσα, του οποίου όλες οι πρόσφατα κατασκευασμένες υποδομές καταστράφηκαν από το τσουνάμι. Χαρακτηριστικό είναι ότι πολλές από τις βάρκες στις οποίες είχαν καταφύγει οι κάτοικοι μετά τον σεισμό της προηγούμενης ημέρας, αλλά και τα σκάφη του λιμενικού που είχαν σπεύσει προς βοήθεια, παρασύρθηκαν από τα κύματα και τα ισχυρά ρεύματα.
Οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δύσκολες, με πολλά άτομα, ακόμα και μικρά παιδιά, να εντοπίζονται μέρες αργότερα σχεδόν αναίσθητα και αφυδατωμένα. Αν και ο αριθμός των νεκρών δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, ήδη από τις πρώτες εκτιμήσεις γινόταν λόγος για χιλιάδες –τελικώς ξεπέρασαν τους 1.650–, ενώ περίπου 3.000 άνθρωποι τραυματίστηκαν.
Το τσουνάμι ξεπέρασε κατά πολύ τα σύνορα της χώρας. Σχεδόν 15 ώρες αργότερα, τεράστια κύματα έφτασαν στα νησιά της Χαβάης, όπου προκάλεσαν 61 θανάτους και ζημιές εκατομμυρίων δολαρίων. Κάποιες ώρες αργότερα, τσουνάμι εκδηλώθηκε και στην Ιαπωνία, όπου κύματα ύψους 5,5 μέτρων προκάλεσαν 138 θανάτους και καταστροφές σε 1.600 σπίτια. Στις Φιλιππίνες, ο αριθμός των νεκρών και των αγνοουμένων ξεπέρασε τους 30.
Ηταν τέτοια η σφοδρότητα του φαινομένου ώστε κύματα, αν και αρκετά εξασθενημένα πλέον, έφτασαν μέχρι και τις ακτές των ΗΠΑ, όπου σκάφη και αποβάθρες στο Λος Αντζελες, το Σαν Ντιέγκο και το Λονγκ Μπιτς υπέστησαν ζημιές.
Μετά τον σεισμό, στη Χιλή πολυάριθμες ήταν και οι κατολισθήσεις που προκλήθηκαν, κυρίως στις απότομες παγετώδεις κοιλάδες των νότιων Ανδεων, οι οποίες όμως δεν προκάλεσαν πολλούς θανάτους ούτε σημαντικές οικονομικές απώλειες, καθώς επρόκειτο κατά βάση για ακατοίκητες περιοχές. Είναι, τέλος, χαρακτηριστικό ότι δύο ημέρες μετά τη σεισμική δόνηση των 9,5 Ρίχτερ εξερράγη και το ηφαίστειο Cordón Caulle ύστερα από σχεδόν 40 χρόνια αδράνειας, γεγονός που ορισμένοι σεισμολόγοι πιστεύουν ότι συνδέεται με αυτόν τον σεισμό.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

