Στις 20 Μαΐου 1799 γεννήθηκε στην πόλη Τουρ της Γαλλίας ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ένας από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους του 19ου αιώνα και από τις μορφές που διαμόρφωσαν το σύγχρονο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα. Το έργο του υπήρξε τόσο εκτεταμένο και φιλόδοξο, ώστε πολλοί σύγχρονοί του πίστευαν πως δεν ήταν δυνατόν να έχει γραφτεί από έναν μόνο άνθρωπο. Ο ίδιος, άλλωστε, έμοιαζε να ζει αποκλειστικά για τη συγγραφή: απομονωμένος μέσα στη νύχτα, ντυμένος με την εμβληματική λευκή ρόμπα του, γράφοντας ασταμάτητα και πίνοντας αμέτρητα φλιτζάνια καφέ.
Ο Μπαλζάκ γεννήθηκε σε μια Γαλλία που προσπαθούσε ακόμη να συνέλθει από τις ανατροπές που έφερε η Γαλλική Επανάσταση. Ο πατέρας του, ένας αυτοδημιούργητος δημόσιος υπάλληλος επαρχιακής καταγωγής, είχε ανέλθει κοινωνικά μέσα από το κράτος της προεπαναστατικής και ναπολεόντειας εποχής.
Η οικογένεια επιθυμούσε για τον νεαρό Ονορέ μια ασφαλή και αξιοπρεπή σταδιοδρομία, ιδανικά στη νομική. Από μικρός όμως έδειχνε περισσότερο γοητευμένος από τα βιβλία και τη φαντασία παρά από τη σταθερότητα που οραματίζονταν οι γονείς του.
Η παιδική του ηλικία δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχισμένη. Στάλθηκε εσωτερικός σε σχολείο στο Βαντόμ σε πολύ μικρή ηλικία και αργότερα θυμόταν εκείνα τα χρόνια με πικρία και μοναξιά. Η απομόνωση, η αυστηρή πειθαρχία και η αίσθηση ότι βρισκόταν στο περιθώριο φαίνεται πως τον σημάδεψαν βαθιά. Ισως γι’ αυτό αργότερα οι ήρωές του κυριαρχούνται τόσο συχνά από την επιθυμία κοινωνικής ανόδου, αναγνώρισης και πλούτου.
Οταν η οικογένεια μετακόμισε στο Παρίσι, ο Μπαλζάκ σπούδασε νομικά και εργάστηκε για σύντομο διάστημα ως βοηθός δικηγόρου. Πολύ γρήγορα όμως αποφάσισε ότι προτιμούσε τη λογοτεχνία από τη δικηγορία, μια επιλογή που στην αρχή έμοιαζε σχεδόν καταστροφική. Τα πρώτα του έργα απέτυχαν, ενώ οι επιχειρηματικές του προσπάθειες ως εκδότη και τυπογράφου τον βύθισαν σε τεράστια χρέη. Οι πιστωτές θα τον κυνηγούσαν σχεδόν σε όλη του τη ζωή και συχνά αναγκαζόταν να κρύβεται ή να αλλάζει κατοικίες για να τους αποφύγει.
Αυτή η μόνιμη οικονομική πίεση, ωστόσο, μετατράπηκε σε κινητήρια δύναμη της δημιουργικότητάς του. Ο Μπαλζάκ έγραφε με εξαντλητικούς ρυθμούς που έχουν περάσει σχεδόν στον χώρο του θρύλου. Συνήθιζε να κοιμάται νωρίς το βράδυ, να ξυπνά γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα και να γράφει μέχρι το πρωί χωρίς διακοπή. Συχνά εργαζόταν δεκαπέντε ή και δεκαέξι ώρες την ημέρα, διορθώνοντας μανιωδώς τα χειρόγραφά του ακόμη και όταν τα βιβλία είχαν ήδη σταλεί στο τυπογραφείο. Οι εκδότες του απελπίζονταν, καθώς οι ατελείωτες αλλαγές αύξαναν συνεχώς το κόστος της έκδοσης.
Αχώριστος σύντροφός του σε αυτή τη διαδικασία ήταν ο καφές. Ο Μπαλζάκ κατανάλωνε τεράστιες ποσότητες δυνατού μαύρου καφέ, σε βαθμό που ακόμη και οι σύγχρονοί του θεωρούσαν υπερβολικό. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, μπορούσε να πίνει δεκάδες φλιτζάνια μέσα σε μία ημέρα εργασίας, πιστεύοντας ότι η καφεΐνη ενεργοποιούσε το μυαλό του και του επέτρεπε να γράφει με σχεδόν πυρετώδη ένταση. Σε ορισμένες περιπτώσεις λέγεται πως μασούσε ακόμη και κόκκους καφέ όταν το ρόφημα δεν ήταν πλέον αρκετό για να τον κρατήσει ξύπνιο.
Μέσα σε αυτή την εξαντλητική καθημερινότητα γεννήθηκε η περίφημη «Ανθρώπινη Κωμωδία» (La Comédie humaine), το γιγαντιαίο λογοτεχνικό έργο με το οποίο ο Μπαλζάκ επιχείρησε να χαρτογραφήσει σχεδόν ολόκληρη τη γαλλική κοινωνία του 19ου αιώνα. Η πραγματική του καινοτομία όμως δεν βρισκόταν μόνο στον όγκο του έργου, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το οργάνωσε.
Οι χαρακτήρες του επανεμφανίζονται διαρκώς από βιβλίο σε βιβλίο –άλλοτε ως πρωταγωνιστές και άλλοτε στο περιθώριο της δράσης– δημιουργώντας την αίσθηση ότι συνεχίζουν να ζουν ακόμη κι όταν ο αναγνώστης κλείνει το βιβλίο. Ενας τραπεζίτης που εμφανίζεται για λίγες σελίδες σε ένα μυθιστόρημα μπορεί να γίνει κεντρικός ήρωας σε κάποιο άλλο χρόνια αργότερα. Ενας φοιτητής που ξεκινά φτωχός επανέρχεται ως ισχυρός κοσμικός παράγοντας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Μπαλζάκ δημιούργησε κάτι σχεδόν πρωτόγνωρο για την εποχή: μια ενιαία λογοτεχνική κοινωνία με χιλιάδες πρόσωπα, όπου οι ζωές διασταυρώνονται όπως στην πραγματική ζωή.
Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του συγκαταλέγονται ο «Μπαρμπα-Γκοριό«, οι «Χαμένες Ψευδαισθήσεις» και η «Ευγενία Γκραντέ». Η δύναμη του Μπαλζάκ βρισκόταν στην εμμονή του στη λεπτομέρεια. Περιέγραφε σπίτια, έπιπλα, ρούχα και δρόμους με τέτοια ακρίβεια, ώστε η κοινωνία της εποχής του έμοιαζε να ζωντανεύει μπροστά στον αναγνώστη. Με αυτόν τον τρόπο έγινε ένας από τους θεμελιωτές του λογοτεχνικού ρεαλισμού και επηρέασε βαθιά συγγραφείς όπως ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο Εμίλ Ζολά και ο Μαρσέλ Προυστ.
Η αδιάκοπη εργασία και οι υπερβολές εξάντλησαν τελικά τον οργανισμό του. Το 1850, λίγους μόλις μήνες μετά τον γάμο του με την Πολωνή κόμισσα Εβελίνα Χάνσκα, με την οποία αλληλογραφούσε επί χρόνια, ο Μπαλζάκ πέθανε στο Παρίσι σε ηλικία 51 ετών. Γύρω από τις τελευταίες του στιγμές γεννήθηκε μάλιστα ένας από τους πιο διάσημους λογοτεχνικούς θρύλους: ότι λίγο πριν πεθάνει ζήτησε να καλέσουν έναν γιατρό που δεν υπήρχε στην πραγματικότητα, αλλά ήταν χαρακτήρας των ίδιων των μυθιστορημάτων του, τον γιατρό Μπιανσόν της «Ανθρώπινης Κωμωδίας».
Περισσότερο από δύο αιώνες μετά τη γέννησή του, ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ εξακολουθεί να θεωρείται ένας από τους μεγάλους αρχιτέκτονες του σύγχρονου μυθιστορήματος. Αλλωστε, όπως πολύ εύστοχα έγραφε ο Χένρι Τζέιμς, ο Μπαλζάκ ήταν «ο πατέρας όλων μας» και ο συγγραφέας που έπρεπε να μελετήσει κανείς αν ήθελε το μυθιστόρημα να ανακτήσει «τη χαμένη κληρονομιά του».
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

