Η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου δεν ήταν οι μοναδικές περιοχές στις οποίες κηρύχθηκε η Ελληνική Επανάσταση το 1821. Κατά τα προηγούμενα έτη, η Φιλική Εταιρεία είχε καταφέρει να διεισδύσει ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές του ελληνισμού, εντάσσοντας στους κόλπους της πολλούς προύχοντες, κληρικούς, εμπόρους και οπλαρχηγούς.
Στη Μακεδονία οι προετοιμασίες για την έναρξη της Επανάστασης ξεκίνησαν από το 1818 με τη στρατολόγηση μελών, όπως ο Εμμανουήλ Παπάς, ο Γεώργιος Λασσάνης, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, ο Ιωάννης Φαρμάκης, ο Νικόλαος Κασομούλης, ο Δημήτριος Iπατρος και άλλοι.
Πρωτοστάτης της Επανάστασης στη Μακεδονία υπήρξε ο Σερραίος στην καταγωγή έμπορος και τραπεζίτης Εμμανουήλ Παπάς. Ο Παπάς βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη τον Φεβρουάριο του 1821, όταν ξέσπασε στη Μολδοβλαχία η Επανάσταση υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Στις 23 Μαρτίου αναχώρησε από την οθωμανική πρωτεύουσα με ένα πλοίο γεμάτο με όπλα και άλλα εφόδια, τα οποία ήταν απαραίτητα για την έναρξη των επαναστατικών επιχειρήσεων στη Μακεδονία. Στα τέλη του μήνα έφθασε στη χερσόνησο του Aθω και αμέσως άρχισε να οργανώνει την επανάσταση στη Χαλκιδική με τη συνδρομή πολλών μοναχών.
Στις 17 Μαΐου 1821 οι κάτοικοι του Πολυγύρου επιτέθηκαν εναντίον του διοικητηρίου σκοτώνοντας μερικούς Οθωμανούς στρατιώτες. Την ίδια ημέρα ο Παπάς κήρυξε την Επανάσταση στην πρωτεύουσα του Αγίου Ορους, τις Καρυές, και αναγορεύτηκε «Αρχηγός και Προστάτης της Μακεδονίας».
Το παράδειγμά του ακολούθησαν οι Ελληνες της Κασσάνδρας και άλλων περιοχών της Χαλκιδικής. Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, όπως την παρουσία ισχυρών οθωμανικών δυνάμεων στην Κεντρική Μακεδονία, ο Παπάς οργάνωσε μια αξιόλογη δύναμη, η οποία αριθμούσε σχεδόν 4.000 άνδρες, εκ των οποίων περίπου οι 1.000 ήταν μοναχοί. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν αρχικά αρκετές επιτυχίες καταλαμβάνοντας πολλά χωριά της Χαλκιδικής.
Ωστόσο, στα Βασιλικά οι δυνάμεις του Παπά υπέστησαν ήττα, όταν ήρθαν αντιμέτωπες με το οθωμανικό ιππικό. Ο Παπάς υποχώρησε στον Πολύγυρο και όσοι μοναχοί σώθηκαν από τη μάχη βρήκαν καταφύγιο στο Ορος. Περνώντας στην αντεπίθεση, οι Οθωμανοί έκαψαν μερικά ελληνικά χωριά, τη Γαλάτιστα, τη Βάβδο και αργότερα τον Πολύγυρο, και πούλησαν εκατοντάδες γυναικόπαιδα ως σκλάβους.
Οι Ελληνες επαναστάτες βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, καθότι από τη μία οι Οθωμανοί έσφιγγαν τον κλοιό περιορίζοντάς τους στην Κασσάνδρα και από την άλλη παρουσιάστηκαν ελλείψεις σε τρόφιμα και πολεμοφόδια. Οι εκκλήσεις του Παπά προς τους Eλληνες του Ολύμπου και της Πελοποννήσου για αποστολή βοήθειας δεν ικανοποιήθηκαν και πρακτικά ο ίδιος έμεινε μόνος να κρατά ζωντανή την επαναστατική εστία στην Κασσάνδρα.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1821 ανέλαβε την αρχηγία των επιχειρήσεων για την κατάπνιξη της Επανάστασης στη Μακεδονία ο Μεχμέτ Εμίν Αμπτούλ Εμπού Λουμπούτ. Μέσα σε διάστημα ενός μήνα κατόρθωσε να καταστείλει την Επανάσταση στην Κασσάνδρα. Λίγοι ήταν οι Eλληνες αγωνιστές που διασώθηκαν, ανάμεσά τους και ο Παπάς, ο οποίος κατέφυγε στο Aγιον Oρος για να συνεχίσει τον αγώνα του.
Στις αρχές Νοεμβρίου, όμως, ο Παπάς διαπίστωσε το χαμηλό ηθικό των μοναχών και τη διάθεσή τους να μη συνεχίσουν τον αγώνα. Επιβιβάστηκε τότε σε ένα υδραϊκό πλοίο και κατευθύνθηκε προς τη νότια Ελλάδα. Στη διάρκεια του πλου του, ωστόσο, ο Παπάς έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε. Υπήρξε ένας από τους ηρωικότερους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης, ένας ανιδιοτελής μαχητής ο οποίος διέθεσε την τεράστια περιουσία του υπέρ του ελληνικού αγώνα για ανεξαρτησία.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

