Ο Χένρι Φόντα γεννήθηκε στις 16 Μαΐου 1905 στο Γκραντ Aϊλαντ της Νεμπράσκα. Ξεκίνησε σπουδές δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, αλλά ήδη από το δεύτερο έτος επέστρεψε στην πατρίδα του, οπότε και άρχισε να παίζει στο Ομάχα Κομιούνιτι Πλέιχαους ύστερα από παρότρυνση της μητέρας του Μάρλον Μπράντο, Ντόροθι, που ήταν μία εκ των ιδρυτών του.
Το 1928 ο Φόντα μετακόμισε στην Ανατολική Ακτή, αποφασισμένος να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού. Ενα χρόνο αργότερα, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Μπρόντγουεϊ. Μέχρι το 1934, που αναδείχθηκε σε πρωταγωνιστή, εμφανιζόταν σε μικρούς ρόλους. Ακολούθησαν οι εμφανίσεις του στον κινηματογράφο – γι’ αυτές, ωστόσο, ο Φόντα έπρεπε να προσαρμοστεί.
Η συγκρατημένη προσέγγισή του, ειδικά στον τρόπο που χειριζόταν τη φωνή του, για αρκετούς έπαιξε ρόλο στη μη ανάδειξή του σε ένα από τα «ρομαντικά» είδωλα της μεγάλης οθόνης. Εντούτοις, γνώρισε σημαντικές επιτυχίες δίπλα στην Μπέτι Ντέιβις, την Μπάρμπαρα Στάνγουικ και τη Λουσίλ Μπολ. Σε αυτή την περίοδο ξεκινά και η συνεργασία του με τον σκηνοθέτη Τζον Φορντ, η οποία οδήγησε σε μια σειρά από κλασικές ταινίες που καθιέρωσαν τον Φόντα ως σταρ. Υποδύθηκε έναν ευγενικό και μετριόφρονα Αβραάμ Λίνκολν στην ταινία «Ο νεαρός κύριος Λίνκολν» (1939) και τον άπορο αγρότη και πρώην κατάδικο Τομ Τζόουντ στην ταινία «Τα σταφύλια της οργής» (1940), διασκευή του γνωστού μυθιστορήματος του Τζον Στάινμπεκ. Αυτός ο ρόλος τού χάρισε την πρώτη του υποψηφιότητα για Οσκαρ.
Αφού υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Φόντα πρωταγωνίστησε σε κλασικά γουέστερν, επίσης σε σκηνοθεσία του Φορντ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το «Αγαπημένη μου Κλημεντίνη» (1946) και το «Επέλαση την Αυγή», δύο χρόνια αργότερα. Την ίδια χρονιά επέστρεψε θριαμβευτικά στο Μπρόντγουεϊ, όπου για τρία χρόνια υποδύθηκε στο ομώνυμο έργο τον κύριο Ρόμπερτς – έναν ιδεαλιστή αξιωματικό σε φορτηγό πλοίο του οποίου οι προσπάθειες μεταφοράς ματαιώνονται από έναν τυραννικό καπετάνιο. Για τη συγκεκριμένη ερμηνεία του, ο Φόντα κέρδισε ένα βραβείο Τόνι. Στη συνέχεια, πρωταγωνίστησε σε δύο ακόμη επιτυχημένες παραγωγές του Μπρόντγουεϊ, πριν από την κινηματογραφική μεταφορά του «Κυρίου Ρόμπερτς», το 1955.
Το 1957 εμφανίστηκε στην ταινία του Σίντνεϊ Λιούμετ, «Οι 12 ένορκοι», στην οποία υποδύθηκε τον όγδοο ένορκο, έναν μοναχικό τύπο που προσπαθεί να πείσει τους υπόλοιπους ενόρκους ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να είναι αθώος. Αν και το έργο δεν απέσπασε υποψηφιότητα για Οσκαρ καλύτερης ταινίας, ο Φόντα πέτυχε να λάβει τη δεύτερη υποψηφιότητά του για το χρυσό αγαλματίδιο. Στη συνέχεια ακολούθησε μια πορεία που εναλλασσόταν μεταξύ Μπρόντγουεϊ και Χόλιγουντ, ενώ πραγματοποίησε και περιστασιακές εμφανίσεις στην τηλεόραση.
Το 1981, πρωταγωνίστησε στην τελευταία του μεγάλου μήκους ταινία «Στη χρυσή λίμνη», στο πλάι της Κάθριν Χέμπορν και της κόρης του Τζέιν Φόντα, υποδυόμενος έναν δύστροπο σύζυγο και πατέρα κατά τη διάρκεια αυτού που θα μπορούσε να είναι το τελευταίο του καλοκαίρι. Εκτός από τη μεγάλη εμπορική επιτυχία που σημείωσε, η συγκεκριμένη ταινία τού χάρισε τελικά το Οσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου – όχι τη μοναδική διάκριση της καριέρας του, αφού, το 1978, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου τού είχε απονείμει το Βραβείο Συνολικού Επιτεύγματος.
Από τη ζωή έφυγε ένα χρόνο αργότερα, το 1982, έχοντας αφήσει πίσω του ένα σημαντικό έργο συμμετοχής σε συνολικά 106 παραγωγές. Το 2006, μάλιστα, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου τον κατέταξε έκτο στη λίστα με τους εκατό καλύτερους ηθοποιούς του 20ού αιώνα.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

