Η Εμιλι Ντίκινσον γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1830 στο Αμχερστ της Μασαχουσέτης σε μια εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας της, Εντουαρντ Ντίκινσον, συμμετείχε ενεργά στην πολιτειακή και εθνική πολιτική, διετέλεσε μάλιστα για μία θητεία μέλος του Κογκρέσου. Αν και η ίδια επέλεξε να ζήσει σε μεγάλο βαθμό απομονωμένη στο σπίτι της οικογένειάς της, υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική στη συγγραφή. Χρησιμοποιώντας ως μορφή επικοινωνίας την ποίηση και την επιστολογραφία, διαμόρφωσε σχέσεις δεκαετιών με πολλά άτομα, τα οποία λάμβαναν όχι μόνο προσωπικές επιστολές αλλά και ποιητικές συνθέσεις.
Σε πολλές περιπτώσεις τα ποιήματά της έχουν ερμηνευτεί ως εξομολογήσεις που απηχούν την ψυχική της κατάσταση. Εντούτοις, παρότι η Ντίκινσον χρησιμοποίησε τις προσωπικές της εμπειρίες ως αφετηρία για το έργο της, κατάφερε να τις αφηγηθεί με μια ιδιαίτερα προσιτή μορφή. Η ποίησή της επηρεάστηκε έντονα από τους μεταφυσικούς ποιητές της Αγγλίας του 17ου αιώνα, καθώς και από την ανατροφή της σε ένα περιβάλλον που ενθάρρυνε μια καλβινιστική και συντηρητική προσέγγιση στον Χριστιανισμό. Συνδύαζε πολλαπλές ποιητικές μορφές για να δημιουργήσει ένα δικό της πρωτότυπο στυλ, που επικεντρωνόταν στο νόημα μέσα από λιγοστές λέξεις. Στην πραγματικότητα, η νεαρή ποιήτρια άνοιξε τον δρόμο για ένα από τα δύο κυρίαρχα ρεύματα στην αμερικανική ποίηση του 19ου αιώνα˙ το άλλο ήταν απόρροια του έργου του Γουόλτ Γουίτμαν. Αν και υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική, έχοντας γράψει 1.800 ποιήματα, μόνο δέκα από αυτά δημοσιεύθηκαν όσο εκείνη ζούσε. Από τον τρόπο που είχαν οργανωθεί και επιμεληθεί τα υπόλοιπα, φαίνεται πως η Ντίκινσον είχε πίστη στις ικανότητές της ως ποιήτριας, ενώ είναι πολύ πιθανό ότι σκόπευε οι δημιουργίες της να δημοσιευθούν μετά θάνατον. Μία εξήγηση γι’ αυτό είναι ο πατέρας της, για τον οποίο έτρεφε μεγάλη αγάπη.
Εχει καταγραφεί πως εκείνος περιφρονούσε τις γυναίκες που καταπιάνονταν με «ακαδημαϊκές» ασχολίες. Η Ντίκινσον, επομένως, πιθανά να θεωρούσε ότι οποιαδήποτε επιτυχία σημείωνε η ίδια ως ποιήτρια, πιθανά να τον αναστάτωνε – και αυτό ήταν κάτι που δεν επιθυμούσε. Από τη ζωή έφυγε στις 15 Μαΐου 1886 στην πόλη όπου γεννήθηκε. Μετά τον θάνατό της, η οικογένειά της ανακάλυψε τα συνολικά 1.800 ποιήματά της. Τα ποιήματα αυτά είχαν συγκεντρωθεί σε σαράντα χειρόγραφους τόμους, στους οποίους τα φυλλάδια είχαν διπλωθεί ενώνοντας πέντε με έξι φύλλα χαρτιού, εμπεριέχοντας την αντιγραφή των τελικών εκδοχών των ποιημάτων. Ο πρώτος τόμος του έργου της Ντίκινσον δημοσιεύτηκε το 1890.
Οι πρώτοι εκδότες, ωστόσο, ακολούθησαν ο καθένας τη δική του αισθητική και αφαίρεσαν τα σχόλιά της. Η αρχική σειρά των ποιημάτων αποκαταστάθηκε το 1981, όταν ο Ραλφ Φράνκλιν χρησιμοποίησε τα φυσικά στοιχεία του ίδιου του χαρτιού για να αποκαταστήσει τη σειρά που είχε αρχικά σχεδιαστεί, και να επανασυναρμολογήσει στις αρχικές «δέσμες» της ποιήτριας, με αποτέλεσμα –για ορισμένους κριτικούς– να υπάρχει μια θεματική ενότητα, αντί να ακολουθείται απλά μια χρονολογική ή άλλου είδους σειρά.
Τα ποιήματα της Ντίκινσον μέσα στο πέρασμα του χρόνου έχουν αποσπάσει πολλούς επαίνους από τους κριτικούς παγκοσμίως, κυρίως χάρη στο προσιτό της ύφος. Μπορεί το ταλέντο της να μην ήταν ευρέως γνωστό όσο ζούσε, ωστόσο η κληρονομιά της θα παραμείνει αιώνια.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
