Ο Τόμας Μπλαντ γεννήθηκε στην Ιρλανδία το 1618 και ήταν γιος ενός αξιοσέβαστου σιδηρουργού. Εκπαιδεύτηκε στη μεταλλουργία και αργότερα εντάχθηκε στον βασιλικό στρατό κατά τη διάρκεια του αγγλικού εμφύλιου πολέμου. Ωστόσο, άλλαξε στρατόπεδο μετά την κατάρρευση της μοναρχίας, τασσόμενος στην πλευρά του Ολιβερ Κρόμγουελ.
Αυτή η στάση ήταν η αιτία για την απώλεια της θέσης του και των εκτάσεων που κατείχε, με την Παλινόρθωση του 1660. Το γεγονός αυτό τον επηρέασε βαθιά και τον έκανε επικίνδυνο. Τρία χρόνια αργότερα, αποπειράθηκε να απαγάγει τον δούκα του Ορμοντ, με σκοπό να τον κρεμάσει στο Χάιντ Παρκ. Το 1670, από την άλλη, είχε σχεδιάσει να καταλάβει το Κάστρο του Δουβλίνου. Ηδη, λοιπόν το 1671, ο Μπλαντ ήταν καταζητούμενος από τις Αρχές. Ο ίδιος όμως δεν πτοήθηκε, αφού δεν είχε τίποτα να χάσει. Ο επόμενος στόχος του ήταν ακόμη υψηλότερος: τα κοσμήματα του αγγλικού Στέμματος.
Μετά την εκτέλεση του Καρόλου Α΄, τα βασιλικά εμβλήματα είτε πουλήθηκαν είτε μετατράπηκαν σε νομίσματα. Μετά την Παλινόρθωση, ωστόσο, κρίθηκε απαραίτητο ένα νέο σύνολο εμβλημάτων για τη στέψη του Καρόλου Β΄, που θα πραγματοποιούνταν στις 23 Απριλίου 1661. Τα νέα αυτά εμβλήματα ήταν το στέμμα, βάρους 2,3 κιλών, από χρυσάφι 22 καρατίων και διακοσμημένο με πολύτιμους λίθους, το σκήπτρο, επίσης κατασκευασμένο από χρυσάφι, και η σφαίρα του μονάρχη, η οποία έφερε πάνω της μαργαριτάρια, πολύτιμους λίθους και έναν μεγάλο αμέθυστο κάτω από τον σταυρό.
Ενα σημαντικό ζήτημα ήταν η ασφαλής φύλαξή τους. Επιλέχθηκε ο Πύργος του Λονδίνου, ο οποίος, στη φαντασία των απλών ανθρώπων, παρουσιαζόταν «σκοτεινός», αφού στο πέρασμα των αιώνων, στο εσωτερικό του είχαν βασανιστεί δεκάδες προδότες και εγκληματίες. Οι ιθύνοντες θεώρησαν ότι κανένας δεν θα τολμούσε να τον πλησιάσει. Ο Τόμας Μπλαντ, όμως, είχε αντίθετη άποψη.
Στην απόφασή του να προχωρήσει στο συγκεκριμένο εγχείρημα συνέβαλε η δυνατότητα που δινόταν σε επισκέπτες να δουν τα κοσμήματα έναντι αμοιβής. Ο Μπλαντ επισκέφθηκε τον Πύργο αρκετές φορές, παριστάνοντας τον ιερέα. Μάλιστα έγινε φίλος με τον 77χρονο βετεράνο φρουρό τους, Τάλμποτ Εντουαρτς. Στις 9 Μαΐου 1671, ο Μπλαντ επέστρεψε μαζί με τρεις συνεργούς. Μπήκαν μέσα στην αίθουσα και με αστραπιαία ταχύτητα χτύπησαν τον φρουρό με σφυρί, τον φίμωσαν και επικεντρώθηκαν στη λεία. Χτύπησαν το στέμμα με το σφυρί για να πλατύνει και να κρυφτεί κάτω από τα ρούχα τους, ενώ το σκήπτρο κόπηκε στη μέση και η σφαίρα μπήκε σε μια τσάντα. Λίγο πριν βγουν από τη σιδερένια πύλη, όμως, ο Εντουαρτς, παρότι αιμόφυρτος, κατάφερε να ειδοποιήσει τους φρουρούς, που τους συνέλαβαν. Ο Μπλαντ, σε συνάντηση που είχε με τον Κάρολο Β΄ –αρνούνταν να μιλήσει σε οποιονδήποτε άλλο–, παραδέχτηκε ότι παλιότερα είχε σχεδιάσει να τον σκοτώσει, αλλά άλλαξε γνώμη από θαυμασμό προς το πρόσωπό του.
Φαίνεται πως οι προσπάθειες κολακείας απέδωσαν. Ο Μπλαντ αθωώθηκε και μάλιστα του χορηγήθηκε γη στην Ιρλανδία και σύνταξη 500 λιρών ετησίως, ενώ αρκετές φορές εμφανιζόταν και στην αυλή του Καρόλου. Για ορισμένους ιστορικούς, η απόδοση χάριτος έκρυβε μια προσπάθεια απόσπασης της προσοχής από βαθύτερα προβλήματα που ταλάνιζαν τη χώρα· για άλλους σηματοδοτούσε την πολιτική αναγνώριση της αξίας του Μπλαντ, λόγω της εξοικείωσής του με τα δίκτυα που σχετίζονταν με εξεγέρσεις. Για άλλους πάλι μπορεί ο Κάρολος απλώς να θαύμασε την τόλμη του. Το σίγουρο είναι πως ο άνθρωπος που είχε επιχειρήσει (παραλίγο επιτυχημένα) να κλέψει τα κοσμήματα του Στέμματος τον Μάιο του 1671 δεν τιμωρήθηκε ποτέ.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

