Με «ειρκτή» από 5 έως 10 έτη τιμωρούσε κατά βάση την «έκτρωση (βίαιη αποβολή του βρέφους)» ο Ποινικός Νόμος του 1834, τον οποίο συνέταξε o Βαυαρός αντιβασιλέας G.L. von Maurer. Αυτή η ποινή επαπειλείτο, εφόσον την πράξη τελούσε η ίδια η έγκυος, όπως επίσης και κάποιος τρίτος, ανεξάρτητα από τη συναίνεση –ακριβέστερα: «βούληση»– της εγκύου. Μόνο συγκεκριμένες περιπτώσεις μη συναινετικής έκτρωσης αντιμετωπίζονταν με ακόμη αυστηρότερες ποινές, ενώ δεν είχε προβλεφθεί καμία περίσταση κατ’ εξαίρεσιν επιτρεπτής έκτρωσης.
Πλημμελήματα και κακουργήματα
Ο Ποινικός Κώδικας (Π.Κ., Νόμος 1492/1950), ο οποίος διαδέχθηκε μετά το πέρας του Εμφυλίου τον υπεραιωνόβιο Ποινικό Νόμο, αποκλιμάκωσε αισθητά την ποινική καταστολή της «άμβλωσης», όπως μετονόμασε το σχετικό αδίκημα. Στην αρχική του μορφή, ο Π.Κ. τιμωρούσε πλημμεληματικά την αυτάμβλωση, με φυλάκιση έως 3 έτη, αλλά και τη συναινετική άμβλωση που διέπραττε τρίτος (ετεράμβλωση), ήτοι με φυλάκιση από 6 μήνες έως 5 έτη. Κακουργηματικά αντιμετώπιζε την κατά συνήθεια τέλεση της συναινετικής ετεράμβλωσης και τη μη συναινετική ετεράμβλωση (με κάθειρξη έως 10/20 έτη αντίστοιχα).
Ελάχιστες καταδίκες – Μόλις πέντε άτομα τον χρόνο καταδικάζονταν κατά μέσον όρο για το έγκλημα της άμβλωσης τη δεκαετία 1974-1983, ενώ σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, «οι εκατοντάδες χιλιάδες παράνομες εκτρώσεις εγκυμονούν κινδύνους και για την υγεία της γυναίκας αλλά και για την ελεύθερη και συνειδητή επιλογή της να γίνει στο μέλλον μητέρα».
Επιπλέον, στον Π.Κ. κατοχυρώθηκαν δύο ειδικοί λόγοι άρσεως του άδικου χαρακτήρα της άμβλωσης. Σύμφωνα με την «ιατρική ένδειξη», η άμβλωση εθεωρείτο δικαιολογημένη, όταν διενεργείτο από γιατρό με σκοπό την αποτροπή αναπότρεπτου άλλως κινδύνου της ζωής ή σπουδαίας και διαρκούς βλάβης της υγείας της κυοφορούσας. Ομοίως, βάσει της «ηθικής ένδειξης», επιτρεπόταν η άμβλωση, όταν η εγκυμοσύνη ήταν αποτέλεσμα βιασμού, κατάχρησης ανικάνου προς αντίσταση, αποπλάνησης «κόρης ηλικίας κατωτέρας των 15 ετών» ή αιμομιξίας.
Ακολούθως, κατά τη Μεταπολίτευση, με τον νόμο 821/1978 «Περί αφαιρέσεων και μεταμοσχεύσεων βιολογικών ουσιών ανθρώπινης προελεύσεως», που συνυπογράφουν οι υπουργοί Δικαιοσύνης Γ. Σταμάτης και Κοινωνικών Υπηρεσιών Σπ. Δοξιάδης, θεσπίσθηκε η «ευγονική ένδειξη», με τη συνδρομή της οποίας ήρετο το άδικο της άμβλωσης τις πρώτες 20 εβδομάδες, όταν διαπιστώνονταν σοβαρές ανωμαλίες του εμβρύου συνεπαγόμενες τη γέννηση παθολογικού νεογνού. Παράλληλα, επεκτάθηκε η «ιατρική ένδειξη» και επιτράπηκε η άμβλωση τις 12 πρώτες εβδομάδες σε περίπτωση κινδύνου για την ψυχική υγεία της μητέρας διαπιστούμενου από ψυχίατρο σε δημόσιο νοσοκομείο.
«Tεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης»
Η κρίσιμη καμπή ωστόσο των νομοθετικών μεταβολών τοποθετείται εν έτει 1986, όταν κατετέθη το σχέδιο νόμου για την «Τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης και την προστασία της υγείας της γυναίκας». Καθοριστικό ρόλο για την αποποινικοποίηση της άμβλωσης και την ψήφιση του σχετικού νόμου (Ν. 1609/1986) διαδραμάτισε η Μαρία Κυπριωτάκη-Περράκη, υφυπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων του ΠΑΣΟΚ, χειρουργός-γυναικολόγος, κάτι που έχει εν μέρει λησμονηθεί, όπως και η συμβολή της στον Ν. 821/1978.
Το νομοσχέδιο, ευθυγραμμιζόμενο με την τάση γλωσσικού αποχρωματισμού που προωθεί το ρεύμα του «καταργητισμού», άμβλυνε ήδη σε επίπεδο ορολογίας το κοινωνικοηθικά και ιδεολογικά φορτισμένο αντικείμενο της ρύθμισής του, καταργώντας τον όρο «άμβλωση» και προκρίνοντας τη φράση «τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης».
Στην εισηγητική του έκθεση επισημαίνεται κατ’ αρχάς η κραυγαλέα ρήξη μεταξύ κοινωνικής πραγματικότητας και νόμου. Ενώ oι αμβλώσεις υπολογίζονται εκεί στις εκατοντάδες χιλιάδες τον χρόνο, προκύπτει από τα σχετικά στοιχεία της έκθεσης ότι μόλις πέντε άτομα τον χρόνο καταδικάζονταν κατά μέσον όρο για το έγκλημα της άμβλωσης τη δεκαετία 1974-1983. Επί της ουσίας, στο σημείο αυτό γίνεται επίκληση ενός ενδιαφέροντος φαινομένου, της δυναμικής της κοινωνικής πραγματικότητας να διαμορφώνει νόμους, της αποκαλούμενης και «κανονιστικής δύναμης του πραγματικού». Η ανενέργεια του νόμου εκβάλλει εν προκειμένω και στη σφαίρα της δικαιολόγησης της ποινής, καθώς κλονίζει ένα θεμελιώδες έρεισμά της, τη γενική πρόληψη του εγκλήματος, την οποία η ποινή αποτυγχάνει να ικανοποιήσει.
Πέραν της αχρησίας του νόμου επιστρατεύτηκαν στην έκθεση και άλλα επιχειρήματα υπέρ της αποποινικοποίησης: «η σημερινή πραγματικότητα των εκατοντάδων χιλιάδων παράνομων εκτρώσεων εγκυμονεί κινδύνους για τη σωματική και ψυχική υγεία της γυναίκας, για την ελεύθερη και συνειδητή επιλογή της να γίνει στο μέλλον μητέρα. … Η υπάρχουσα παρανομία οδ[ήγησε]… σε [α]ύξηση του κόστους της επέμβασης, με πτώση της ποιότητας –από ιατρικής άποψης– της επέμβασης, για την γυναίκα που δεν διαθέτει επαρκή οικονομικά μέσα».
Αντιδράσεις εντός και εκτός Βουλής
Στο νομοσχέδιο αντιτάχθηκε η Ιερά Σύνοδος με την Εγκύκλιο 2426 της 1.4.1986, υποστηρίζοντας ότι «το έμβρυο … είναι πλήρης, τέλειος και ολόκληρος άνθρωπος από την στιγμή της συλλήψεως. Και συνεπώς η έκτρωση είναι φόνος. Φόνος εκ προμελέτης». Εξάλλου, περί τα τέλη του ίδιου μήνα (27.4.1986), καταδίκασε τη νομιμοποίηση της άμβλωσης η πλειοψηφία των μελών Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με αφοριστικό τρόπο, προκαλώντας τις αντιδράσεις των νοσοκομειακών γιατρών και της Ενωσης Γυναικών Ελλάδας, που απέδωσαν τη θέση των ως άνω μελών ΔΕΠ σε οικονομικά συμφέροντα.

Υπήρξαν και βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης που χαρακτήρισαν την αποποινικοποίηση της άμβλωσης ως «φόνο», αλλά και κάποιοι της συμπολίτευσης. Αρνητική στάση τήρησε άλλωστε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Χρ. Σαρτζετάκης, εξαιτίας των «εθνικών κινδύνων που αντιμετώπιζε η χώρα εξ ανατολών». Ο δε Ι. Ζίγδης, πρόεδρος της ΕΔΗΚ, κόμματος συνεργαζομένου τότε με το ΠΑΣΟΚ, εισηγήθηκε τη λύση του δημοψηφίσματος, προκειμένου να γίνουν σεβαστές οι οπτικές της Εκκλησίας και των οργανώσεων.
Το μεγάλο δικαίωμα – Αξιομνημόνευτη είναι η θεμελίωση του επιτρεπτού της τεχνητής διακοπής εγκυμοσύνης από τον τότε υπ. Δικαιοσύνης Γ.Α. Μαγκάκη: «Σεβόμαστε τη ζωή του εμβρύου. Σεβόμαστε αναμφισβήτητα και τις αξίες τις οποίες ενσαρκώνει. Ομως αυτό δεν σημαίνει ότι έχει την πρωτοπορία μπροστά στο μεγάλο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης της γυναίκας».
Περαιτέρω, ο Μ. Γλέζος, πρόεδρος της ΕΔΑ –επίσης συνεργαζομένης με το κυβερνών κόμμα– ετάχθη τόσο κατά των αμβλώσεων, όσο όμως και κατά της ποινικοποίησής τους, σημειώνοντας την ανάγκη προστασίας του εμβρύου διά της παροχής οικονομικών κινήτρων. Εξάλλου, ο γραμματέας του ΚΚΕ Εσωτ. Λ. Κύρκος τοποθετήθηκε μεν υπέρ του νομοσχεδίου, εξέφρασε ωστόσο επιφυλάξεις ιδίως ως προς την προϋπόθεση της γονικής συναίνεσης σε περιπτώσεις ανηλικότητας.
Τελικά ο νόμος 1609/1986 ψηφίστηκε από το ελληνικό Κοινοβούλιο και ετέθη σε ισχύ στις 3.7.1986. Εκτοτε παραμένει νόμιμη στη χώρα μας η συναινετική διακοπή ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης που διενεργείται από γιατρό μαιευτήρα-γυναικολόγο με τη συμμετοχή αναισθησιολόγου σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα, εφόσον δεν έχουν συμπληρωθεί 12 εβδομάδες εγκυμοσύνης. Ομοίως, από τότε αίρει η ηθική ένδειξη τον άδικο χαρακτήρα της πράξης τις πρώτες 19 εβδομάδες κύησης, ενώ η ιατρική ένδειξη χωρίς χρονικό περιορισμό. Χρονικό όριο δεν τίθεται πλέον ούτε στην ευγονική ένδειξη, η οποία δικαιολογούσε κατά την αρχική διατύπωση του Ν. 1609/1986 τη διακοπή της κύησης τις πρώτες 24 εβδομάδες. Σημειωτέον ότι πλέον αίρεται το άδικο στις ανωτέρω περιπτώσεις και όταν τελεί την πράξη η έγκυος.
Συνταγματικά δικαιώματα της εγκύου και του εμβρύου
Αξιομνημόνευτη είναι η θεμελίωση του επιτρεπτού της τεχνητής διακοπής εγκυμοσύνης, την οποία διατύπωσε ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Γ. Α. Μαγκάκης, καθώς παραμένει επίκαιρη από απόψεως Ποινικού αλλά και Συνταγματικού Δικαίου: «Σεβόμαστε τη ζωή του εμβρύου. Σεβόμαστε αναμφισβήτητα και τις αξίες τις οποίες ενσαρκώνει. Ομως αυτό δεν σημαίνει ότι έχει την πρωτοπορία μπροστά στο μεγάλο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης της γυναίκας».
Η ως άνω επιχειρηματολογία παραπέμπει σε μια δικαιολόγηση της άμβλωσης που απαντά και στο πλαίσιο της σύγχρονης ημεδαπής θεωρίας του Ποινικού Δικαίου. Βάσει αυτής της δικαιολόγησης, συντρέχει μια (οιονεί ή ειδική) κατάσταση ανάγκης – σύγκρουσης εννόμων αγαθών που αίρει το άδικο.

Στο πλαίσιο αυτής υπερτερεί το συμφέρον της εγκύου να αποφασίζει ελεύθερα τις 12 πρώτες εβδομάδες, κατόπιν όμως το προβάδισμα μετατοπίζεται στον nasciturus (κυοφορούμενο).
Η συλλογιστική του Γ. Α. Μαγκάκη παρουσιάζει δομικές ομοιότητες και με αντίστοιχες θέσεις εντός του νεότερου συνταγματικού διαλόγου, όπου μεταξύ άλλων γίνεται παρεμφερώς λόγος για μια «σύγκρουση συνταγματικών επιταγών»: αφενός της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας της εγκύου, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, αφετέρου της (εν δυνάμει) ανθρώπινης αξίας του εμβρύου, όπως αυτή ανάγεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος. Υποστηρίζεται ότι η εν λόγω σύγκρουση επιλύεται υπέρ της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας εντός ορισμένων χρονικών περιορισμών. Κατά ταύτα κρίνονται και οι ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις συνταγματικές.
Αντίθετα, σύμφωνα με μια μειοψηφική στη χώρα μας άποψη, ο νόμος κρίνεται αντισυνταγματικός, με το σκεπτικό ότι το έμβρυο προστατεύεται και κατά τις 12 πρώτες εβδομάδες από την κανονιστική εμβέλεια του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 5 παρ. 2 Συντάγματος)· μάλιστα, κατά την ίδια προσέγγιση, η προστασία της ζωής του εμβρύου θεωρείται απόλυτη και κατισχύει της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας, καθώς η άμβλωση θίγει τα δικαιώματα άλλων και ίσως τα χρηστά ήθη.
Δίκην επιλόγου, μόλις που χρειάζεται να τονιστεί ότι το αποτέλεσμα μιας στάθμισης έννομων αγαθών ή συνταγματικών αξιών εξαρτάται από το «ποιος» και «πότε» σταθμίζει καθώς και από τα σταθμά. Τούτο μας διδάσκουν η ημεδαπή ιστορία δικαίου περί άμβλωσης, αλλά και οι διεθνείς εξελίξεις, π.χ. η πρόσφατη ανατροπή της απόφασης Roe v. Wade στις ΗΠΑ. Εξάλλου, κατά πόσον ένα προϊόν στάθμισης θα τύχει ευρύτερης συναίνεσης, αυτό εξαρτάται από το αν το εκάστοτε «ακροατήριο» φέρει τον ίδιο κόσμο αξιών. Τούτη όμως η προϋπόθεση συντρέχει μάλλον σε μια νεφελοκοκκυγία παρά σε μια πολυφωνική φιλελεύθερη κοινωνία.
*Ο κ. Γιώργος Γιαννούλης είναι αναπληρωτής καθηγητής Εγκληματολογίας – Σωφρονιστικής στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ, διευθυντής Εργαστηρίου Ποινικών
και Εγκληματολογικών Ερευνών.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

