Τη δεκαετία του 1840, στο Λονδίνο διοργανώνονταν σχετικά μικρές εκθέσεις βιομηχανικών προϊόντων προς επίδειξη της βιομηχανικής ικανότητας της χώρας, όταν στη Γαλλία οι αντίστοιχες εκθέσεις ήταν πολύ μεγαλύτερες.
Προς το τέλος της δεκαετίας, ο πρίγκιπας Αλβέρτος, ο οποίος είχε πάρει το όλο εγχείρημα υπό την προστασία του, απευθύνθηκε στον Χένρι Κόουλ, μέλος του συμβουλίου της Εταιρείας Τεχνών, η οποία οργάνωνε τις μέχρι τότε εκθέσεις. Ο Κόουλ συνέλαβε την ιδέα μιας μεγάλης βρετανικής έκθεσης, η οποία θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τις αντίστοιχες γαλλικές. Ετσι, τον Ιανουάριο του 1850, συστάθηκε μια επιτροπή για τον σχεδιασμό της και μία ακόμα για την οικοδόμηση ενός κτιρίου αντίστοιχης εμβέλειας. Τον Φεβρουάριο προκηρύχτηκε διαγωνισμός, ο οποίος προσέλκυσε περισσότερες από 250 συμμετοχές. Καμία, ωστόσο, δεν ήταν ρεαλιστική, ούτε οικονομικά εφικτή.
Η λύση δόθηκε τελικά από τον Τζόζεφ Πάξτον, μετά από τυχαία συνάντηση που είχε με τον Στίβενσον –μέλος της επιτροπής οικοδόμησης του κτιρίου– στον σιδηροδρομικό σταθμό του Λονδίνου. Ο Πάξτον παρουσίασε ένα σχέδιο με την κατασκευή αρκετών θερμοκηπίων με σιδερένιο σκελετό, συμπεριλαμβανομένης μιας τεράστιας κατασκευής λίγο μικρότερης από ένα γήπεδο ποδοσφαίρου.
Αργότερα, το σχέδιο δημοσιεύθηκε στο Illustrated London News, ενώ το σατιρικό περιοδικό Punch το αποκάλεσε για πρώτη φορά Crystal Palace (Κρυστάλλινο Παλάτι) – μια ονομασία που έμελλε να γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής. Το Κρίσταλ Πάλας κατασκευάστηκε σε διάστημα πέντε μηνών από περίπου 5.000 εργάτες, κάλυπτε περίπου 18 στρέμματα και ενσωμάτωνε περισσότερες από 3.000 κολόνες και 2.000 δοκούς, ενώ στο κέντρο του κτιρίου υπήρχε ένα περίτεχνο γυάλινο σιντριβάνι 4 τόνων.
Η Μεγάλη Εκθεση του Λονδίνου εγκαινιάστηκε από τη βασίλισσα Βικτώρια την 1η Μαΐου 1851, με 24.000 άτομα να είναι παρόντα και τους ήχους χορωδιών να αντηχούν στους γυάλινους τοίχους. Η Βρετανία είχε πετύχει να ξεπεράσει τη Γαλλία. Η έκθεση περιλάμβανε εκθέματα από τη Βρετανία και τις αποικίες της –σύμβολο της παγκόσμιας ισχύος της–, αλλά και από τον υπόλοιπο κόσμο (εκπροσωπήθηκαν 34 έθνη).
Τα εκθέματα χωρίζονταν σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες: πρώτες ύλες, μηχανήματα, κατασκευές και αντικείμενα καλών τεχνών. Αξιοσημείωτο είναι ότι στα προερχόμενα από την Ινδία εκθέματα περιλαμβάνονταν το διαμάντι Koh-i-Noor, ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, και ένας βαλσαμωμένος ελέφαντας που κουβαλούσε ένα σκεπαστό κάθισμα.
Ταυτόχρονα, η έκθεση περιλάμβανε και την τότε πρόσφατη ανακάλυψη της φωτογραφίας – η ίδια η έκθεση φωτογραφήθηκε. Υπήρχαν όμως και παράξενα εκθέματα, όπως μια ομπρέλα που ήταν ταυτόχρονα όπλο και ένα ταμπλό με βαλσαμωμένα ζώα, συμπεριλαμβανομένων γατιών που έπιναν τσάι και ενός βατράχου που ξυριζόταν.
Οι επισκέπτες της άγγιξαν συνολικά τα έξι εκατομμύρια – περίπου το 1/3 του πληθυσμού της Βρετανίας εκείνη την εποχή. Ο γνωστός ταξιδιωτικός πράκτορας Τόμας Κουκ, μάλιστα, οργάνωνε ειδικές εκδρομές για την έκθεση. Ανάμεσα στους επισκέπτες ξεχωρίζουν οι Κάρολος Δαρβίνος, Τζορτζ Ελιοτ, Σαρλότ Μπροντέ και Καρλ Μαρξ.
Η έκθεση ολοκληρώθηκε με σημαντική επιτυχία στις 15 Οκτωβρίου. Με τα κέρδη που εξασφαλίστηκαν, αγοράστηκε ένα μεγάλο οικόπεδο στο Κένσινγκτον κυρίως για την παροχή χώρων για μια σειρά από πολιτιστικά ιδρύματα – σήμερα εκεί βρίσκονται, μεταξύ άλλων, το Αλμπερτ Χολ και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας.
Αν και το ίδιο το Κρίσταλ Πάλας δεν υπάρχει πια –καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1936–, το αποτύπωμά του παραμένει, όπως υποδηλώνει το γεγονός ότι η περιοχή ακόμα έχει αυτό το όνομα.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

