Στις 21 Απριλίου 1967, την ώρα που στην Ελλάδα εκδηλωνόταν το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, μια άλλη είδηση, λιγότερο θορυβώδης αλλά εξαιρετικά συμβολική, έφθανε από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Την ημέρα εκείνη, η Σβετλάνα Αλιλούγεβα, μοναχοκόρη του Ιωσήφ Στάλιν, έφθανε στη Νέα Υόρκη, έχοντας ζητήσει πολιτικό άσυλο στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Σβετλάνα Ιωσήφοβνα Αλιλούγεβα γεννήθηκε το 1926 και υπήρξε το μοναδικό παιδί του Στάλιν από τον δεύτερο γάμο του με τη Ναντιέζντα Αλιλούγεβα, η οποία αυτοκτόνησε το 1932. Η παιδική και νεανική ζωή της Σβετλάνα εξελίχθηκε μέσα στο αυστηρό και συχνά ασφυκτικό περιβάλλον του Κρεμλίνου, όπου η προσωπική σχέση με τον πατέρα της συνυπήρχε με τον φόβο που προκαλούσε η εξουσία του.
Η ίδια θα περιγράψει αργότερα τον Στάλιν ως έναν άνθρωπο τρυφερό και ταυτόχρονα τρομακτικό, ικανό να επιβάλλει απόλυτη πειθαρχία ακόμη και στο οικογενειακό του περιβάλλον.
Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εκκαθάρισης της δεκαετίας του 1930, πολλοί συγγενείς της από την οικογένεια της μητέρας της εκτελέστηκαν, ενώ ο πρώτος της έρωτας, o κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της Εβραίος σκηνοθέτης Αλεξέι Κάπλερ, στάλθηκε σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, αφού καταδικάστηκε για αντισοβιετική προπαγάνδα.
Οι εμπειρίες αυτές διαμόρφωσαν μια βαθιά αίσθηση αποξένωσης από το καθεστώς, αν και για πολλά χρόνια η Σβετλάνα παρέμεινε εντός του σοβιετικού συστήματος, σπουδάζοντας φιλολογία και εργαζόμενη ως μεταφράστρια και ερευνήτρια.
Μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953, η ζωή της άλλαξε, αλλά όχι προς την κατεύθυνση της ελευθερίας που θα ανέμενε κανείς. Αν και απαλλάχθηκε από την άμεση επιτήρηση του πατέρα της, ήταν και πάλι περιορισμένη υπό τον διαρκή έλεγχο των σοβιετικών Αρχών.
Σταδιακά, η απογοήτευσή της από το καθεστώς εντάθηκε, ιδίως μετά τη γνωριμία της το 1963 με τον Ινδό κομμουνιστή Μπράζες Σινγκ, πολιτικό εξόριστο που ζούσε επί δεκαετίες στη Σοβιετική Ενωση. Ο Σινγκ, διανοούμενος και ενεργό μέλος του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, είχε εγκαταλείψει την πατρίδα του κατά την περίοδο της βρετανικής αποικιοκρατίας και είχε βρει καταφύγιο στη Μόσχα, όπου ζούσε με περιορισμένα μέσα και αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Η γνωριμία τους έγινε σε νοσοκομείο της σοβιετικής πρωτεύουσας, όπου εκείνος νοσηλευόταν. Παρά τη διαφορά ηλικίας τους, οι δύο συνήψαν σχέση.
Η Σβετλάνα, έχοντας ήδη κάνει τρεις γάμους, θέλησε να παντρευτεί εσπευσμένα τον Σινγκ, λόγω της ιδιαίτερα κλονισμένης κατάστασης της υγείας του. Οι σοβιετικές Αρχές, ωστόσο, αρνήθηκαν να εγκρίνουν τον γάμο τους.
Ο θάνατος του Σινγκ τον Οκτώβριο του 1966 υπήρξε καθοριστικός. Η επιθυμία του να αποτεφρωθεί και να μεταφερθεί η τέφρα του στην Ινδία έδωσε στη Σβετλάνα την ευκαιρία να ζητήσει άδεια ταξιδιού στο εξωτερικό – άδεια που, υπό άλλες συνθήκες, δύσκολα θα της είχε χορηγηθεί. Οταν έφθασε στην Ινδία για να εκπληρώσει την τελευταία του επιθυμία, βρέθηκε για πρώτη φορά ύστερα από δεκαετίες εκτός της άμεσης επιτήρησης της Μόσχας και πήρε την απόφαση που θα συγκλόνιζε τον κόσμο.
Τον Μάρτιο του 1967 εισήλθε στην αμερικανική πρεσβεία στο Νέο Δελχί και ζήτησε πολιτικό άσυλο, δηλώνοντας ότι δεν μπορούσε πλέον να επιστρέψει στη Σοβιετική Ενωση. Η επιχείρηση μεταφοράς της οργανώθηκε με απόλυτη μυστικότητα από τις αμερικανικές αρχές. Μέσω μιας σύνθετης διαδρομής που περιλάμβανε τη Ρώμη και την Ελβετία, η κόρη του Στάλιν κατέληξε τελικά στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η άφιξή της στη Νέα Υόρκη στις 21 Απριλίου 1967 προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση. Οι αμερικανικές εφημερίδες παρουσίασαν την υπόθεση ως θρίαμβο της ελευθερίας έναντι της καταπίεσης, ενώ η σοβιετική ηγεσία αντέδρασε με οργή, καταγγέλλοντας τη «χειραγώγηση» της Σβετλάνα από τις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Λίγους μήνες αργότερα, η Σβετλάνα δημοσίευσε το βιβλίο «Είκοσι επιστολές σ’ ένα φίλο», στο οποίο περιέγραφε τη ζωή της στο σοβιετικό περιβάλλον και τη σχέση της με τον πατέρα της. Το έργο γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία στη Δύση και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια βρέθηκε αντιμέτωπη με νέες δυσκολίες. Παρά τη διεθνή δημοσιότητα και την αρχική υποστήριξη που έλαβε στη Δύση, τα έσοδα από το βιβλίο της άρχισαν να ελαττώνονται. Τις επόμενες δεκαετίες άλλαξε επανειλημμένα τόπο διαμονής, ενώ το 1984 επέστρεψε στη Σοβιετική Ενωση και ανέκτησε τη σοβιετική υπηκοότητα, για να εγκαταλείψει και πάλι τη χώρα δύο χρόνια αργότερα. Γνωστή και με το όνομα Λάνα Πίτερς, άφησε την τελευταία της πνοή το 2011 στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε ηλικία 85 ετών.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης

