Πρώτο βήμα στη διερεύνηση μιας τραγωδίας

Συγκροτείται η κοινοβουλευτική εξεταστική επιτροπή του Φακέλου της Κύπρου, για το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή το 1974

7' 15" χρόνος ανάγνωσης

Η συγκρότηση της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων για τον Φάκελο της Κύπρου, το 1986, αποτέλεσε την κατάληξη μιας μακράς πολιτικής και θεσμικής διαδικασίας, η οποία παρουσιαζόταν στον δημόσιο λόγο από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Θα έλεγε κανείς ότι ο Φάκελος της Κύπρου λειτούργησε ως μία συμβολική έκφραση του αιτήματος να αποκαλυφθούν οι συνθήκες του πραξικοπήματος και οι αιτίες της εισβολής το 1974, να αποδοθούν ευθύνες και να τεκμηριωθεί η ιστορική μνήμη.

Μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1981, το ζήτημα επανήλθε με έμφαση στη δημόσια συζήτηση, δεδομένου ότι ο νέος πρωθυπουργός είχε διακηρύξει, ήδη, από την προεκλογική περίοδο ότι σε περίπτωση ανάληψης της εξουσίας, θα εισήγε το θέμα στη Βουλή. Παρά ταύτα, κατά την πρώτη πρωθυπουργική του τετραετία (1981-1985) δεν εκδηλώθηκε σχετική πρωτοβουλία, γεγονός που φανέρωνε τον προβληματισμό ως προς το μέγεθος της διερεύνησης, αλλά και τη διαχείριση ευαίσθητων εθνικών παραμέτρων. Ενδεικτική ως προς τον συγκεκριμένο προβληματισμό είναι η καταγραφή του τότε γενικού γραμματέα της Προεδρίας της Δημοκρατίας Πέτρου Μολυβιάτη, με ημερομηνία 10 Νοεμβρίου 1981, σύμφωνα με την οποία ο Παπανδρέου τού ανέφερε ότι είχε αναθέσει στον υπουργό Δικαιοσύνης τη μελέτη του σχετικού φακέλου και ότι εξέταζε το ενδεχόμενο περιορισμού της διερεύνησης στους «κυρίως υπευθύνους». Πάντως, χαρακτηριστική της αρχικής θεσμικής αποδοχής του αιτήματος υπήρξε η συζήτηση στη Βουλή της 22ας Δεκεμβρίου 1982, κατά την οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου αποδέχθηκε πρόταση του βουλευτή Γεωργίου Μαύρου για τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής για τον Φάκελο της Κύπρου, χωρίς, ωστόσο, η αποδοχή αυτή να οδηγήσει σε άμεση συνέχεια.

Ομόφωνη απόφαση

Η καθοριστική αλλαγή για το ζήτημα επήλθε το 1985, σε ένα νέο πολιτικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε μετά τη ρήξη του Ανδρέα Παπανδρέου με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και την εκλογική επικράτηση του ΠΑΣΟΚ. Η καθυστέρηση της σύστασης της επιτροπής, η οποία πραγματοποιήθηκε τελικά το 1986, αιτιολογήθηκε από την ανάγκη χρονικού συγχρονισμού της διερεύνησης, ώστε να αποφευχθούν εθνικά δυσμενείς παρενέργειες, όπως υπογράμμισε ο υπουργός Δικαιοσύνης Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης.

Πρώτο βήμα στη διερεύνηση μιας τραγωδίας-1
5.5.1987. Ο καταδικασμένος σε ισόβια δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος προσέρχεται στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για τον Φάκελο της Κύπρου. [Μ.Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ «ΕΛΛΑΔΑ, 20ός ΑΙΩΝΑΣ, ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ»]

Η θεσμική αφετηρία της επιτροπής υπήρξε η ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων στις 21 Φεβρουαρίου 1986. Το πρώτο βήμα, όμως, για τη σύσταση της επιτροπής είχε πραγματοποιηθεί με την κατάθεση πρότασης 129 βουλευτών του ΠΑΣΟΚ, στις 2 Δεκεμβρίου 1985. Αυτοί πρότειναν τη σύσταση της επιτροπής για «… να ανατεθεί η εξονυχιστική έρευνα για την, κατά το δυνατό, ανακάλυψη, εξιχνίαση και αξιολόγηση των στοιχείων τα οποία μπορούν να συνθέσουν τον φάκελο της υπόθεσης, που επικράτησε να αποδίδεται με τον όρο “Φάκελος της Κύπρου”, καθώς και τη λεπτομερειακή διερεύνηση και εξέταση όλων των πτυχών του μεγάλου αυτού ζητήματος…».

Η απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων, στις 21 Φεβρουαρίου, στηρίχθηκε στο άρθρο 68 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και στο άρθρο 27 του Κανονισμού της Βουλής, τα οποία καθορίζουν τις εξεταστικές επιτροπές. Σύμφωνα με το απόσπασμα της απόφασης, ήταν ρητή η περιγραφή του σκοπού της επιτροπής, η οποία συνεστήθη «… για την έρευνα, συγκέντρωση και αξιολόγηση των στοιχείων της υπόθεσης της κυπριακής τραγωδίας, που επικράτησε να ονομάζεται “Φάκελος της Κύπρου”…». Στην ίδια απόφαση οριζόταν προθεσμία έξι μηνών «… για την περάτωση της εξέτασης και την υποβολή του πορίσματος στη Βουλή…», ενώ επισημαινόταν ότι η εξεταστική επιτροπή είχε «… όλες τις εξουσίες και υποχρεώσεις, που ορίζονται στο άρθρο 27 του Κανονισμού της Βουλής, χωρίς κανέναν περιορισμό…». Ωστόσο, η τυπική αυτή πρόβλεψη προθεσμίας των έξι μηνών αποδείχθηκε περιορισμένη, καθώς η πολύπτυχη συγκέντρωση του υλικού, η διαδικασία εξέτασης των μαρτύρων και η σύνταξη του πορίσματος προϋπέθεταν μεγαλύτερη διάρκεια.

Αλλαγές στη σύνθεση της επιτροπής

Η επιτροπή συγκροτήθηκε με την υπ’ αριθ. 1209/901 απόφαση του προέδρου της Βουλής των Ελλήνων, στις 3 Μαρτίου 1986, στην οποία λήφθηκαν υπόψη και οι έγγραφες υποδείξεις των κομμάτων, των κοινοβουλευτικών ομάδων και των ανεξάρτητων βουλευτών. Στην απόφαση οριζόταν να είναι τριακονταμελής η σύνθεσή της και αναλογική η κομματική της συγκρότηση. Συγκεκριμένα, δεκαέξι βουλευτές προέρχονταν από το ΠΑΣΟΚ (Καίτη Σύλβα-Ακρίτα, Παυσανίας Ζακολίκος, Κλεάνθης Ζερβός, Ιωάννης Κουτσογιάννης, Αλέξανδρος Λιαροκάπης, Χρήστος Μαρκόπουλος, Κωνσταντίνος Μπαντουβάς, Χρίστος Μπασαγιάννης, Μάρκος Νάτσινας, Δημήτριος Παγορόπουλος, Ιωάννης Παπαδονικολάκης, Εμμανουήλ Παπαστεφανάκης, Αναστάσιος Πεπονής, Γεώργιος Περάκης, Αντώνιος Τρίτσης και Κωνσταντίνος Τσιγαρίδας), έντεκα βουλευτές από τη Νέα Δημοκρατία (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Ιωάννης Βασιλειάδης, Μιλτιάδης Εβερτ, Σταύρος Δήμας, Ανδρέας Ζαΐμης, Στυλιανός Μπλέτσας, Αθανάσιος Ξαρχάς, Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, Αναστάσιος Παπαληγούρας, Αριστοτέλης Παυλίδης και Αννα Συνοδινού), ένας βουλευτής από το ΚΚΕ (Κωνσταντίνος Κάππος), ένας βουλευτής από τη Δημοκρατική Ανανέωση (Κωνσταντίνος Γιατράκος) και ένας βουλευτής από τους Ανεξάρτητους (Διονύσιος Λιβανός).

Η πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής πραγματοποιήθηκε στις 12 Μαρτίου 1986, οπότε και εκλέχτηκε το προεδρείο. Πρόεδρος εξελέγη ο Μάρκος Νάτσινας, αντιπρόεδρος ο Χρήστος Μπασαγιάννης και γραμματέας ο Κωνσταντίνος Τσιγαρίδας. Ηδη, από τις πρώτες συνεδριάσεις της επιτροπής καθίσταται σαφές ότι τα μέλη της αφιέρωσαν σημαντικό χρόνο στην προετοιμασία των εργασιών της, πριν από την έναρξη της διαδικασίας εξέτασης μαρτύρων. Στη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου τέθηκαν ζητήματα που αφορούσαν την προετοιμασία της Επιτροπής, ενώ στις 2 Απριλίου έγινε ενημέρωση επί των διαθέσιμων στοιχείων. Ομοίως, στις 9 και 16 Απριλίου συνεχίστηκαν οι συζητήσεις για τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού.

Πρώτο βήμα στη διερεύνηση μιας τραγωδίας-2
Δύο ημέρες μετά τον Παπαδόπουλο εξετάζεται από την επιτροπή και ο δικτάτορας Δημήτρης Ιωαννίδης, μοιραίο πρόσωπο στην κυπριακή τραγωδία. [Μ.Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ «ΕΛΛΑΔΑ, 20ός ΑΙΩΝΑΣ, ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ»]

Κατά τις εργασίες της, η εξεταστική επιτροπή γνώρισε αναπόφευκτες μεταβολές στη σύνθεσή της, οι οποίες οφείλονταν σε υπουργοποιήσεις μελών της και σε αντικαταστάσεις. Κατά το έτος 1986, και ειδικότερα έως τις 25 Απριλίου, η επιτροπή λειτούργησε με το αρχικό της προεδρείο. Στη συνέχεια ο πρόεδρός της Μάρκος Νάτσινας υπουργοποιήθηκε, αναλαμβάνοντας το υπουργείο Βιομηχανίας, ενώ ο Αντώνης Τρίτσης ανέλαβε το υπουργείο Παιδείας. Ως εκ τούτου, οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην αντικατάσταση των δύο μελών με απόφαση του προέδρου της Βουλής, η οποία εκδόθηκε στις 12 Μαΐου 1986, και, κατ’ επέκταση, στην εκλογή νέου προέδρου της επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαΐου. Νέος πρόεδρος του Φακέλου της Κύπρου εξελέγη ο Χρήστος Μπασαγιάννης, ενώ τη θέση του αντιπροέδρου ανέλαβε, κατόπιν εκλογής, ο Παυσανίας Ζακολίκος. Στη συνέχεια, με απόφαση που εκδόθηκε στις 15 Ιουλίου 1986, ο βουλευτής Μιλτιάδης Εβερτ αντικαταστάθηκε από τον Κωνσταντίνο Λάσκαρη, λόγω της υποψηφιότητάς του στις δημοτικές εκλογές. Ακολούθως, στις 31 Οκτωβρίου σημειώθηκαν νέες μεταβολές, καθώς οι Αναστάσιος Πεπονής και Κωνσταντίνος Μπαντουβάς υπουργοποιήθηκαν, ενώ η Καίτη Σύλβα-Ακρίτα υφυπουργοποιήθηκε. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην αντικατάστασή τους στις 6 Νοεμβρίου 1986 από τον Αυγερινό Πετραλιά, τον Αντώνη Ντεντιδάκη και τον Αλέξανδρο Δαμιανίδη.

Διαρροές, πιέσεις και δημόσιες αντιπαραθέσεις

Aντικαταστάσεις μελών σημειώθηκαν και κατά τα επόμενα έτη, έως ότου η Επιτροπή περατώσει το έργο της στις 31 Οκτωβρίου 1988. Επισημαίνεται πάντως ότι η αρχική εξάμηνη προθεσμία παρατάθηκε πέντε φορές, με αποφάσεις της Ολομέλειας της Βουλής στις 3 Ιουνίου 1986, στις 24 Φεβρουαρίου 1987, στις 8 Οκτωβρίου 1987, στις 15 Μαρτίου 1988 και στις 24 Μαΐου 1988. Σε επίπεδο λειτουργίας, η Επιτροπή πραγματοποίησε 154 συνεδριάσεις σε ολομέλεια. Ως προς το αποδεικτικό έργο, η ολομέλεια εξέτασε 86 μάρτυρες, εκ των οποίων η πλειονότητα ήταν αξιωματικοί, καθώς και πολιτικά και διπλωματικά πρόσωπα με άμεση ή έμμεση εμπλοκή στα εξεταζόμενα γεγονότα. Παράλληλα, συνδεδεμένη υποεπιτροπή πραγματοποίησε 23 συνεδριάσεις, κατά τις οποίες εξετάστηκαν 45 μάρτυρες, με έμφαση κυρίως σε δημοσιογράφους.

Η ολομέλεια της επιτροπής σε 154 συνεδριάσεις εξέτασε 86 μάρτυρες, στην πλειονότητά τους αξιωματικούς, καθώς και πολιτικά και διπλωματικά πρόσωπα με άμεση ή έμμεση εμπλοκή στα γεγονότα. Παράλληλα, συνδεδεμένη υποεπιτροπή σε 23 συνεδριάσεις εξέτασε 45 μάρτυρες, με έμφαση κυρίως σε δημοσιογράφους.

Η λειτουργία της επιτροπής συνοδεύτηκε, κάποιες φορές, εξαιτίας της πολιτικής έντασης, από διαρροές, δημοσιογραφικές πιέσεις και δημόσιες αντιπαραθέσεις. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και ανάλογη δημόσια αντιπαράθεση το 1986, που αφορούσε ανταλλαγή αναφορών με αφορμή επιστολή του Ιωάννη Ζίγδη και την αντίστοιχη διευκρινιστική ανακοίνωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, σχετικά με τη συνάντηση του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας με τον Μπουλέντ Ετσεβίτ στο Μοντρέ το 1978.

Πρώτο βήμα στη διερεύνηση μιας τραγωδίας-3
22.2.1986. Η χωρίς οξείες αντιπαραθέσεις ομόφωνη απόφαση της Βουλής για το άνοιγμα του Φακέλου της Κύπρου, στην πρώτη σελίδα της «Κ».

Η σύσταση της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων για τον Φάκελο της Κύπρου, το 1986, συνιστά μία σημαντική θεσμική εξέλιξη στην κοινοβουλευτική διερεύνηση της κυπριακής τραγωδίας. Ωστόσο, παρά το σαφές θεσμικό της πλαίσιο και την ομόφωνη κοινοβουλευτική νομιμοποίηση, η λειτουργία της διαμορφώθηκε και από την πολυπλοκότητα του αντικειμένου, τις μεταβολές στη σύνθεσή της και το κλίμα πολιτικής φόρτισης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η εξεταστική επιτροπή συνέβαλε, ουσιαστικά, στην καταγραφή και διάσωση πολύτιμου αρχειακού και μαρτυρικού υλικού για τα γεγονότα που συνθέτουν το 1974 και τα συμφραζόμενά τους.

Αν και η λειτουργία της διαμορφώθηκε και από την πολυπλοκότητα του αντικειμένου, τις μεταβολές στη σύνθεσή της και το κλίμα πολιτικής φόρτισης, η εξεταστική επιτροπή συνέβαλε, ουσιαστικά, στην καταγραφή και διάσωση πολύτιμου αρχειακού και μαρτυρικού υλικού για τα γεγονότα που συνθέτουν το 1974.

*Ο κ. Νίκος Αναστασόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

*Επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT