21η Απριλίου, 59 χρόνια μετά: Η αλυσίδα των ακυρώσεων

21η Απριλίου, 59 χρόνια μετά: Η αλυσίδα των ακυρώσεων

Συνδεόμαστε με το ιστορικό αλλά και το προσωπικό μας παρελθόν μέσω επετείων. Ετσι μάθαμε και έτσι ζούμε. Επέτειοι σημαίνουν ετήσιες διασταυρώσεις στην πορεία του ημερολογίου, με ευχάριστα και δυσάρεστα γεγονότα της Ιστορίας μας

3' 39" χρόνος ανάγνωσης

Συνδεόμαστε με το ιστορικό αλλά και το προσωπικό μας παρελθόν μέσω επετείων. Ετσι μάθαμε και έτσι ζούμε. Επέτειοι σημαίνουν ετήσιες διασταυρώσεις στην πορεία του ημερολογίου, με ευχάριστα και δυσάρεστα γεγονότα της Ιστορίας μας. Σημαίνουν για τα ευχάριστα ετήσιους εορτασμούς τιμής για τις επιτυχίες μας και για τα δυσάρεστα περισυλλογή για τις καταστροφές μας. Σημαίνουν όμως και ότι η σύνδεση της μνήμης μας γίνεται μέσω αναφορών μόνο σε γεγονότα και όχι στην εποχή τους. Η ρηχή σύνδεσή μας με τις επετείους είναι η ενέργεια η οποία μας στερεί τελικώς τη γνώση του πλαισίου που γέννησε τα γεγονότα, που τα συνόδευσε και που τα απορρόφησε.

Η Ιστορία δεν είναι άγραφο χαρτί που αρχίζει το κείμενό της με ένα γεγονός. Η Ιστορία συντίθεται σε μέρη τα οποία αποτελούν αλληλένδετα σύνολα. Κανένα γεγονός δεν προκύπτει από παρθενογένεση. Ακόμη και στο θυμικό μας, η παρόρμηση προετοιμάζεται. Η ηθική μας σύνδεση μόνο με τα γεγονότα μάς στερεί την αντίληψη για τις αλλαγές μας και τις εξελίξεις που αυτά προκάλεσαν στην ιστορία μας και κατ’ επέκταση στις ζωές μας. Οι έπαινοι και οι κριτικές, που επετειακά ρηματοποιούν τις διαστάσεις των γεγονότων, δεν έχουν πρακτικό αντίκρισμα στη διαμόρφωση συγκροτημένης, συνθετικής και λειτουργικής μνήμης. Λειτουργούν οι επέτειοι σαν εκ των υστέρων ευχολόγια και απολογισμοί απωλειών ή σαν εξοβελισμοί ζημιών, χωρίς την αναζήτηση της ουσίας των γεγονότων που αναφέρουν. Παρά την οδύνη της μνήμης, η «χρήση» του γεγονότος ακυρώνει την ιστορική εποχή του και την καθιστά ευάλωτη σε ερμηνείες που τελικά παραμερίζουν καταστροφές και αποδυναμώνουν ψυχικές ανατάσεις.

Μεθαύριο συμπληρώνονται πενήντα εννέα χρόνια από την 21η Απριλίου 1967. Η μνήμη μας και οι αναφορές μας για την 21η Απριλίου 1967 έχουν κρυώσει εδώ και πολύ καιρό. Οσοι θυμόμαστε τη χούντα και όσοι νεότεροι που δεν έζησαν ούτε τον απόηχό της, όταν τη σκέφτονται το κάνουν μέσω των κεντρικών γεγονότων της. Ενδεικτικά τη συνδέουν με την 21/4/67, την ημέρα που τα τανκς κατέλαβαν την Αθήνα και κατέλυσαν το κράτος, με την 17/11/73, ημέρα που αστυνομία και στρατός εισέβαλαν με βαρβαρότητα στο Πολυτεχνείο, με την 24/7/74, ημέρα που έπεσε η χούντα. Οι πιο ευαίσθητοι θα τη συνδέσουν με τα βασανιστήρια και με την ευρεία έννοια της καταστολής. Παράλληλα, κυκλοφορούν επαινετικά σχόλια και απόψεις για τα «αγαθά» που έφερε η δικτατορία, όπως την ασφάλεια, τον ύπνο με ανοιχτά παράθυρα, την οικονομική και πολιτική ησυχία. Μια λεπτομέρεια, η κατάργηση της πολιτικής αναστάτωσης την οποία φρόντισε με τα τανκς η χούντα να καταπραΰνει, γεννήθηκε δύο χρόνια πριν από την 21η Απριλίου από κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς, μέρος των οποίων διενήργησε το πραξικόπημα. Πρώτα δηλαδή εμπρηστές και μετά πυροσβέστες.

Το θέμα με τη χούντα δεν είναι η απάντηση στους επαινετές της, αυτοί δεν θα επείθοντο για το κακό της ούτε κατά τη διάρκειά της. Το θέμα είναι να παραμένει στη σκέψη μας σταθερά η μεγάλη σειρά ακυρώσεων που έφερε και εγκατέστησε ή επέτεινε η χούντα στον τόπο μας. Ως γενεσιουργός αιτία ήταν όχι ο ανύπαρκτος κομμουνιστικός κίνδυνος, αλλά ο πανικός που έφερε στο τότε κατεστημένο και στον θρόνο η συμμετοχή στη δημόσια ζωή των παραγκωνισμένων μετεμφυλιακά κεντρώων και κεντροαριστερών, παρότι ήταν σαφώς πιστοί στο αστικό καθεστώς. Να νιώθουμε, μεταξύ πολλών άλλων, ως καταστροφικές συνέπειες την ακύρωση της ιεραρχίας, τη στρέβλωση του πατριωτισμού, την αυθαιρεσία στην πολιτική, τον εκχυδαϊσμό του τσάμικου, τη δημόσια κακογουστιά, το στείρο λαϊκό τραγούδι, την καταστροφική εθνικά επέμβαση στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή, την ανοργάνωτη αστυφιλία, τον πολλαπλασιασμό μιας αστικής δόμησης που ακύρωσε την ανθρώπινη λειτουργία των πόλεων, την ηθική αγωγή, την εδραίωση του φόβου και του χαφιεδισμού, το άοπλο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, τις δεκάδες νεκρούς του, τον Σπύρο Μουστακλή, τον Αλέκο Παναγούλη, την πολύ προβληματική κάθαρση και απόδοση ευθυνών – και δυστυχώς, πολλά πολλά άλλα.

Το εάν γεννήθηκε και έμμεση αντίσταση, μέσω σκέψης, χιούμορ και τέχνης, αυτό είναι σαν την ευρηματικότητα στη μαγειρική, που προκαλεί η σιτοδεία και ο λιμός.

Να κρατήσουμε όμως και στη σκέψη μας την κακή χρήση της αντίστασης μετά, στην ασφάλεια της δημοκρατίας, από όσους δεν ρίσκαραν τη ζωή τους και την ασφάλεια της οικογένειάς τους στη χούντα, την ανοίκεια στρέβλωση της αντίστασης από την τρομοκρατία επί πλήρους δημοκρατίας, το μεταδικτατορικό μαχητικό κίνημα που επέμεινε λανθασμένα στη μη εκτίμηση της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας.

Ενώ ο στρατός επέστρεψε στους στρατώνες, η δημόσια μνήμη μας δεν τροφοδοτείται και δεν ανανεώνεται από παρόντα μνημεία κατά της δικτατορίας. Ο χαράκτης Τάσσος δεν έγινε ο Βρυζάκης και ο Γύζης των νεότερων καιρών μας.

*Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT