Γύρω στα 1750 ο Γιάννης Αλευράς, καπετάνιος από την Ιθάκη, αποφάσισε να αλλάξει την έδρα των επιχειρήσεών του και να μετακινηθεί στο Μεσολόγγι απ’ όπου θα συνέχιζε να ταξιδεύει με το πλοίο του ως υπήκοος του σουλτάνου. Από το 1752 μέχρι το 1795 πραγματοποίησε 23 ταξίδια, φέροντας την οθωμανική σημαία. Οταν όμως το 1800 στο Ιόνιο ιδρύθηκε η «Πολιτεία των Ηνωμένων Επτά Νήσων» (Repubblica delle Sette Isole Ionie) (1800-1807), ο Αλευράς έκρινε πως είχε έλθει η ώρα να επιστρέψει στην πατρίδα του. Το 1805 κατάφερε να αποκτήσει την τριετή άδεια ναυσιπλοΐας (regia patente) της Επτανήσου Πολιτείας, αφού πρώτα έπεισε τις Αρχές για την επτανησιακή καταγωγή του και τη σταθερή παραμονή στα νησιά του ιδίου και της οικογένειάς του, προσκομίζοντας τα κατάλληλα πιστοποιητικά.
Οι επιλογές αυτές του Αλευρά δείχνουν κοινές για τα μέλη μιας ομάδας Ιόνιων καραβοκύρηδων, οι οποίοι από τα μέσα του 18ου αιώνα επέλεξαν να εγκατασταθούν σε οθωμανικές και ρωσικές επικράτειες, όπου γνώριζαν ότι θα μπορούσαν να κινηθούν με σχετική ελευθερία και να αξιοποιήσουν τα σημαντικά κίνητρα που είχαν παραχωρήσει στους παράγοντες του θαλάσσιου εμπορίου ο σουλτάνος και ο τσάρος.
Τι ήταν όμως αυτό που τους έπεισε, με την έναρξη του 19ου αιώνα, να αναιρέσουν μια απόφαση που είχαν λάβει μερικές δεκαετίες πριν και να επαναπατριστούν επιχειρηματικά;
Ιδρυση της Επτανήσου Πολιτείας
Το κράτος που ιδρύθηκε στα Ιόνια Νησιά το 1800 υπήρξε γέννημα της συνάντησης των ρωσικών και των οθωμανικών ανησυχιών για την ταχεία διάδοση στις επικράτειές τους των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης αλλά και για την ανάσχεση της επεκτατικότητας του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, του κυριότερου «ένοπλου προπαγανδιστή» αυτών των ιδεών. Σε ένα άλλο επίπεδο η Επτάνησος Πολιτεία υπήρξε το αποτέλεσμα ενός μεγάλου πολέμου ή, καλύτερα, μιας σειράς μεγάλων πολέμων. Και όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα, οι μεγάλοι πόλεμοι πρόσφεραν και προσφέρουν σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες. Εν προκειμένω οι παγκόσμιες συρράξεις της χρονικής περιόδου 1796-1815, με την αντιπαράθεση Βρετανών και Γάλλων για παγκόσμια κυριαρχία στο επίκεντρό τους, παρείχαν στους Ελληνες τη βάση για την ανάπτυξη σημαντικών εμπορικών στόλων, η συμβολή των οποίων στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων έχει εκτιμηθεί ως βαρύνουσας σημασίας.

Μία από τις λεπτομέρειες αυτής της περιόδου που αξίζει μεγαλύτερης προσοχής είναι η ευκολία με την οποία οι διεθνείς συμμαχίες συγκροτούνταν και διαλύονταν χάρη σε μυστικές συνεννοήσεις που υπογράφονταν σχεδόν ταυτόχρονα με τις επίσημες συμφωνίες που καθιστούσαν φίλους, τους αυριανούς εχθρούς.
Αν σήμερα μας εκπλήσσει η σύμπηξη συμμαχιών που κρίνονται παράδοξες με όρους πολιτιστικούς, θρησκευτικούς και εντέλει ιστορικούς, η ίδια η διπλωματική ιστορία της ναπολεόντειας Ευρώπης εξηγεί καλά το πώς λειτουργούσαν τα κράτη στις διεθνείς σχέσεις τους. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις η σημερινή σύμπλευση Ρώσων και Τούρκων εναντίον ενός κοινού εχθρού που αποκαλείται γενικευτικά «Δύση» έχει ιστορικό βάθος και η αφετηρία της βρίσκεται ακριβώς στους ναπολεόντειους χρόνους.
Ο δεύτερος από τους διεθνείς συνασπισμούς, που συγκροτήθηκε για να εμποδίσει την επέκταση της ναπολεόντειας Γαλλίας στην Ανατολή (1798) με επικεφαλής τη Μεγάλη Βρετανία και μέλη του τη Ρωσία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, την Αυστρία και την Πορτογαλία, έφερε κοντά τον τσάρο Παύλο Α΄ και τον Οθωμανό σουλτάνο Σελίμ Γ΄ και οδήγησε στη συνομολόγηση μιας συμμαχίας που διήρκεσε μέχρι το 1807 (συνθήκη Τιλσίτ), οπότε επανήλθε η ψυχρότητα στις σχέσεις Ρώσων και Οθωμανών και, ταυτόχρονα, η ομαλότητα στη γαλλοτουρκική συνεργασία.
Ενα από τα αποτελέσματα της βραχύβιας ρωσοτουρκικής συμπόρευσης στο διπλωματικό επίπεδο ήταν ακριβώς η ίδρυση στα νησιά του Ιονίου της Επτανήσου Πολιτείας (1800-1807), ενός ημιανεξάρτητου κρατιδίου που τέθηκε υπό την προστασία των Ρώσων και την επικυριαρχία των Οθωμανών, στην οποία το νέο κράτος ήταν φόρου υποτελές, όπως και το πρότυπό του, η αριστοκρατική πολιτεία της Ραγούζας. Η Ιόνιος Πολιτεία προβλήθηκε στην εποχή της με τόσους τρόπους όσες και οι πλευρές που είχαν συμβάλει στη συγκρότησή της. Για τους Ρώσους θεωρήθηκε περίπου ως η πρώτη αποικία τους στη Μεσόγειο. Οι Οθωμανοί τόνισαν σε συμβολικό επίπεδο την, επιτέλους, ένταξη του άλλοτε βενετικού λέοντα σε οθωμανικό πολιτικό πλαίσιο. Τέλος, για τους Ιονίους υπήρξε το πρώτο κράτος Ελλήνων, προάγγελος της δημιουργίας ενός ευρύτερου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
Αποτέλεσμα της βραχύβιας ρωσοτουρκικής συμπόρευσης στο διπλωματικό επίπεδο ήταν η ίδρυση της Επτανήσου Πολιτείας, ενός ημιανεξάρτητου κρατιδίου υπό την προστασία των Ρώσων και την επικυριαρχία των Οθωμανών.
Οι προϋποθέσεις που καθόρισαν την ίδρυση αυτής της Πολιτείας διαμόρφωσαν και τις ποικίλες δεσμεύσεις της και, βέβαια, τις δυνατότητες ανάπτυξης ενός εμπορικού στόλου ο οποίος θα κινείτο σε χώρους ούτως ή άλλως ζωτικούς για τους Επτανήσιους καραβοκύρηδες. Χώρους όπως η Αδριατική, το Ιόνιο Πέλαγος, οι βορειοαφρικανικές ακτές, η Μέση Ανατολή, το Αιγαίο Πέλαγος και η Μαύρη Θάλασσα που όμως ανήκαν στις δύο προστάτιδες δυνάμεις.
Καραβοκύρηδες όπως ο Γιάννης Αλευράς και άλλοι που ενεργούσαν παρόμοια με εκείνον δεν χρειαζόταν πλέον να επινοούν τεχνάσματα σαν κι αυτό που σύστηνε παλιότερα η βενετική Γερουσία στα βενετικά πλοία, να κατεβάζουν δηλαδή τη σημαία του Αγίου Μάρκου μόλις θα έφταναν στην Τένεδο και να υψώνουν τη ρωσική όταν θα περνούσαν τα Δαρδανέλλια με προορισμό τη Μαύρη Θάλασσα. Τα ιονικά πλοία ύψωναν τώρα μια σημαία που αναγνωριζόταν και από τις δύο δυνάμεις ως κάτι παραπάνω από φιλική. Ειδικότερα, οι Ρώσοι είχαν επιτρέψει στους Ελληνες να χρησιμοποιούν ελεύθερα τη ρωσική σημαία και κατά συνέπεια να έχουν πρόσβαση στα λιμάνια εξαγωγής σιτηρών των βόρειων ακτών της Μαύρης Θάλασσας, όπου διαβιούσαν ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα πολυάριθμες ελληνικές κοινότητες.
Ξεχωριστή σημασία για την εμπορική ναυτιλία των Επτανησίων είχε όμως η παραχώρηση από τον σουλτάνο φιρμανιού, το οποίο αποδεδειγμένα απάλλασσε τα επτανησιακά πλοία από τους ελέγχους των κουρσάρων της Μπαρμπαριάς. Ενα άλλο πλεονέκτημα που διέθεταν πλέον οι Ιόνιοι ναυτιλιακοί επιχειρηματίες και το οποίο απουσίαζε στα χρόνια των Βενετών είναι η άσκηση των εμπορικών δραστηριοτήτων σε καθεστώς αυστηρής προστασίας και διακριτικής μεταχείρισης έναντι άλλων εν δυνάμει ανταγωνιστικών επιχειρηματικών ομάδων. Χάρη σε αυτή την ικανή συνθήκη και στην αξιοποίηση της συγκυρίας για επιχειρηματικούς σκοπούς, οι Ιόνιοι ανέπτυξαν εμπορικό στόλο που έφτασε σε πρωτόγνωρα για τα δεδομένα του τόπου επίπεδα. Ετσι, σε ένα χρονικό διάστημα επτά ετών εκδόθηκαν άδειες ναυσιπλοΐας για 441 ποντοπόρα πλοία ικανά για πλεύση σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, με μέση χωρητικότητα τους 129 τόνους ανά μονάδα.
Τα ταξίδια του Διονυσίου Φωκά
Ο καπετάνιος Διονύσιος Φωκάς από την Κεφαλονιά είναι ένας από αυτούς τους 441 Ιονίους που εξασφάλισαν άδεια ναυσιπλοΐας για το μπριγκαντίνι «Σωτήρας», χωρητικότητας 122 τόνων. Τεκμηριώσαμε έναν κύκλο ταξιδιών του που άρχισε στις 13 Φεβρουαρίου 1806 όταν ο Φωκάς αναχώρησε με πλήρωμα 12 ναυτών με προορισμό τη Χίο, από όπου στις 5 Μαρτίου 1806 θα συνέχιζε για τη Σμύρνη. Από τη Σμύρνη στις 20 Μαρτίου 1806 άνοιξε πανιά για την Εφεσο (Σκάλα Νόβα) και από εκεί στις 12 Απριλίου 1806 αναχώρησε με προορισμό και πάλι τη Χίο. Συνέχισε τα ταξίδια του σε αυτόν τον θαλάσσιο χώρο και στις 20 Ιουλίου 1806 ταξίδεψε από τη Χίο για τη Σμύρνη, όπου παρέμεινε σχεδόν τρεις μήνες. Στις 8 Οκτωβρίου 1806 απέπλευσε από τη Σμύρνη για την Πάρο και από εκεί εκ νέου στις 24 Οκτωβρίου 1806. Σε αυτό το τελευταίο ταξίδι θα πρέπει να κινήθηκε προς τις βορειοαφρικανικές ακτές. Τον εντοπίζουμε την 1η Μαρτίου του 1807 στο λιμάνι της Μάλτας όπου είχε μεταφέρει 33 επιβάτες «Τούρκους Μπαρμπαρέζους», μερικά κιβώτια με χρήματα, αλλά και κερί, κριθάρι και βούτυρο, φορτωμένα όλα στη Βεγγάζη. Στη Μάλτα παρέμεινε δύο μήνες και κατόπιν, στις 17 Μαΐου 1807 αναχώρησε με προορισμό την Τρίπολη της Λιβύης και από εκεί για την Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο.

Από τη διάρθρωση των παραπάνω ταξιδιών γίνεται φανερό ότι μια ναυτιλιακή επιχείρηση όπως αυτή της οποίας ηγείτο ο Φωκάς βρισκόταν σε διαρκή κίνηση για όσο χρονικό διάστημα έβρισκε ναύλα, ασκώντας ταυτόχρονα μεταφορές και εμπόριο για λογαριασμό του πληρώματος. Η περίπτωση του Φωκά φαίνεται επίσης να συμβαδίζει με την εν γένει συμπεριφορά των ναυτιλιακών επιχειρηματιών της Επτανήσου Πολιτείας. Τα πρόσωπα αυτά με τα πλοία τους, αν και θα περίμενε κανείς να κινούνται κυρίως προς και από τα ιταλικά λιμάνια που βρίσκονται σε απόσταση μερικών ωρών από τα νησιά, δραστηριοποιούνταν κατά βάση στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου και συγκεκριμένα στην ακτογραμμή που συνέδεε τη Μαύρη Θάλασσα και την Κωνσταντινούπολη με την Κρήτη, με προέκταση προς τις πατρίδες των μεταφορέων, μέσω της Πελοποννήσου, τα ιταλικά λιμάνια και τη Μάλτα. Σύμφωνα με αυτή τη χαρτογράφηση, τα ιονικά πλοία ενεργούσαν σαν να ήταν οθωμανικά ή ρωσικά. Θα μπορούσε να υποθέσει βάσιμα κανείς ότι οι συνθήκες που ευνόησαν την ίδρυση της Επτανήσου Πολιτείας λειτούργησαν κατά κάποιον τρόπο δεσμευτικά για τους Ιόνιους καραβοκύρηδες ως προς τον γεωγραφικό χώρο της δράσης τους. Ετσι δεν μας ξαφνιάζουν τα αποτελέσματα μιας καταγραφής των πλοίων που το 1803, εποχή εκρηκτικής ανάπτυξης του εμπορίου της Μαύρης Θάλασσας, είχαν καταπλεύσει στα λιμάνια της Νότιας Ρωσίας. Σε αυτή την καταγραφή ο υπό επτανησιακή σημαία στόλος κατέχει την τέταρτη θέση μετά από εκείνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας και πριν από τον γαλλικό και τον βρετανικό.
Από το 1800 έως το 1807 εκδόθηκαν άδειες ναυσιπλοΐας για 441 ποντοπόρα πλοία ικανά για πλεύση σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, με μέση χωρητικότητα τους 129 τόνους ανά μονάδα.
Με αυτούς τους όρους όσα συνέβησαν στους ναπολεόντειους χρόνους συνέβαλαν ώστε οι Ιόνιοι ναυτιλιακοί επιχειρηματίες να προετοιμαστούν για τις δικές τους ακόμη μεγαλύτερες στιγμές που θα έρχονταν ως αποτέλεσμα της αξιοποίησης μιας ακόμη συγκυρίας, της εγκαθίδρυσης στα νησιά ενός βρετανικού προτεκτοράτου (1815-1864) που διεύρυνε τους ορίζοντές τους και τους επέτρεψε να κινούνται από τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τα βρετανικά λιμάνια στις θάλασσες του κόσμου.
*Ο Γεράσιμος Δ. Παγκράτης είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ.

