Μόνο μία εθνική σύνταξη θα πρέπει να καταβάλλει το Δημόσιο σε όσους δικαιούνται δύο ή και περισσότερες συντάξεις, κυρίως χήροι και χήρες αλλά και επαγγελματίες που υπήρξαν ασφαλισμένοι σε δύο διαφορετικά ταμεία στο παρελθόν, παρέχοντας διαφορετική εργασία. Αυτό προβλέπει ο νόμος Κατρούγκαλου του 2016 και αυτό θα πρέπει να εφαρμοστεί. Η ανατροπή στις συντάξεις χηρείας και στα καταβαλλόμενα ποσά που εισπράττουν τουλάχιστον 120.000 δικαιούχοι έρχεται με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) σχετικά με τη χορήγηση της εθνικής σύνταξης.
Συγκεκριμένα, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 4387/2016 –του λεγόμενου νόμου Κατρούγκαλου– προβλέπει νόμιμα και συνταγματικά ότι σε περίπτωση σώρευσης συντάξεων στο ίδιο πρόσωπο, καταβάλλεται μόνο μία εθνική σύνταξη, ακόμη και όταν πρόκειται για σύνταξη χηρείας και ταυτόχρονα σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος. Ετσι, η δεύτερη σύνταξη θα περιλαμβάνει μόνο το ανταποδοτικό σκέλος.
Η απόφαση αφορά εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους, κυρίως χήρους και χήρες που λαμβάνουν τη δική τους σύνταξη αλλά και μέρος ή το σύνολο της σύνταξης του θανόντος συζύγου, και επαναφέρει τον φόβο περικοπών αλλά και πιθανών αναδρομικών απαιτήσεων από τον ΕΦΚΑ, καθώς επί χρόνια σε πολλές περιπτώσεις καταβάλλονταν δύο εθνικές συντάξεις. Αφορά επίσης ασφαλισμένους που κατά τον εργασιακό τους βίο είχαν ταυτόχρονα δύο διαφορετικές επαγγελματικές δραστηριότητες, πλήρωναν εισφορές σε διαφορετικά ταμεία (π.χ. υπάλληλος και παράλληλα ιδιοκτήτης επιχείρησης, ή γιατροί/μηχανικοί που ασκούσαν παράλληλα ελεύθερο επάγγελμα) και πλέον λαμβάνουν δύο συντάξεις.
Το παράδοξο είναι ότι, ενώ ο νόμος υπήρχε από το 2016, η εγκύκλιος επιχειρούσε να περιορίσει την καταβολή διπλής εθνικής σύνταξης, από το 2021 και μετά. Προέβλεπε ταυτόχρονα μεταβατικό καθεστώς ώστε να μην αναζητηθούν αναδρομικά ποσά από όσους είχαν πληρωθεί διαφορετικά επί χρόνια. Προσπαθούσε δηλαδή να «λύσει» το πρόβλημα λέγοντας περίπου για όσους ήδη έπαιρναν διπλή εθνική σύνταξη ότι δεν θα ζητηθούν πίσω χρήματα και το επιπλέον ποσό θα εμφανίζεται ως «προσωπική διαφορά».
Το ΣτΕ έκρινε ότι αυτό δεν ήταν απλή ερμηνεία, αλλά νέα κανονιστική ρύθμιση, άρα χρειαζόταν δημοσίευση σε ΦΕΚ και ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση. Επειδή αυτά δεν υπήρχαν, το συγκεκριμένο κομμάτι της εγκυκλίου κρίθηκε ανυπόστατο (ακυρωτέο). Στην πράξη, το δικαστήριο δέχθηκε την ουσία της εγκυκλίου Τσακλόγλου και έκρινε ότι ο περιορισμός σε μία εθνική σύνταξη είναι νόμιμος και συνταγματικός. Το σκέλος όμως της εγκυκλίου που προστάτευε τους μέχρι τότε δικαιούχους, σύμφωνα με το ΣτΕ, ακυρώνεται και πλέον εναπόκειται στη διοίκηση και δη στο υπουργείο Εργασίας να αποφασίσει εάν, πότε και για ποιους θα εφαρμόσει ορθώς τη διάταξη του νόμου.
Εγκυροι νομικοί επισημαίνουν στην «Κ» ότι, καθώς ακυρώθηκε το «προστατευτικό» κομμάτι της εγκυκλίου, θεωρητικά ανοίγει ο δρόμος επιστροφών από χιλιάδες συνταξιούχους. Ετσι, τα ποσά που δόθηκαν θα μπορούν να αναζητηθούν ως «αχρεωστήτως καταβληθέντα». Σύμφωνα με τον καθηγητή και πρόεδρο της ΕΝΥΠΕΚΚ Αλέξη Μητρόπουλο, πρόκειται για ποσά της τάξεως των 15.000-30.000 ευρώ, ενώ πληροφορίες αναφέρουν πως επηρεάζονται περίπου 120.000 ήδη συνταξιούχοι. Να σημειωθεί βεβαίως ότι το ΣτΕ αναφέρει πως η διοίκηση είχε επικαλεστεί τη χρηστή διοίκηση ώστε να μη ζητηθούν πίσω ποσά από ανθρώπους που τα εισέπρατταν καλόπιστα.
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα του ασφαλιστικού συστήματος, την πρακτική της αναβολής εφαρμογής δύσκολων διατάξεων και δικαστικών αποφάσεων, επαναφέρει δε στο προσκήνιο κι ένα ακόμη πρόβλημα, μια επίσης μεγάλη εκκρεμότητα του συστήματος, που αφορά την ταυτόχρονη καταβολή σύνταξης χηρείας και σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος. Συγκεκριμένα, ο νόμος του 2016 προέβλεπε ότι αν ο επιζών σύζυγος εργάζεται ή λαμβάνει δική του σύνταξη, η δεύτερη σύνταξη – σύνταξη θανάτου (ή χηρείας), από το 70% που καταβάλλεται κατά τα τρία πρώτα χρόνια, μειώνεται κατά 50% στη συνέχεια και συνεπώς δίνεται το 35% της αρχικής σύνταξης του θανόντος. Ωστόσο, η διάταξη αυτή εφαρμόστηκε αποσπασματικά και σχεδόν ποτέ σε συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα, ενώ αντιθέτως εφαρμόστηκε σε άλλες κατηγορίες, όπως στο Δημόσιο και σε συντάξεις του πρώην ΟΓΑ. Ετσι δημιουργήθηκαν δύο κατηγορίες συνταξιούχων, εκείνοι που συνεχίζουν να λαμβάνουν πλήρη σύνταξη θανάτου και εκείνοι που έχουν ήδη υποστεί σημαντικές περικοπές. Το ενδεχόμενο εφαρμογής του νόμου εκ των υστέρων προκαλεί εύλογο φόβο για αναδρομικές απαιτήσεις, κάτι που θα μπορούσε να αποδειχθεί κοινωνικά και πολιτικά εκρηκτικό, καθώς ο νόμος έχει εφαρμοστεί αποσπασματικά εδώ και έξι χρόνια.
Και το μείγμα γίνεται εκρηκτικό στην περίπτωση που θα πρέπει να εφαρμοστούν τόσο η διάταξη για την περικοπή όσο και αυτή για την καταβολή μόνο μίας εθνικής σύνταξης.

