Σε «πρωταθλήτρια» των αγορών ακινήτων εισοδήματος της Νότιας Ευρώπης εξελίσσεται η ελληνική, καταγράφοντας τον μεγαλύτερο ρυθμό ανόδου κατά το 2025. Σύμφωνα με έρευνα της Savills, η οποία στην Ελλάδα δραστηριοποιείται μέσω της εταιρείας «Κεντρική – Savills Ελλάς», «η Ελλάδα ήταν η πρωταθλήτρια στην Ευρώπη με βάση τον ρυθμό ανάπτυξης, καθώς η αξία των συναλλαγών αυξήθηκε κατά 58% σε ετήσια βάση».
Βασικοί «πρωταγωνιστές» της εξέλιξης αυτής ήταν οι τομείς των ξενοδοχείων και των κτιρίων γραφείων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Savills, στα ξενοδοχεία καταγράφηκαν αγοραπωλησίες συνολικής αξίας 1,26 δισ. ευρώ, μια αύξηση κατά 34% σε σχέση με το 2024, καθώς παρατηρήθηκαν σημαντικές κινήσεις, είτε μεμονωμένων μονάδων είτε ακόμα και χαρτοφυλακίων από ξενοδοχεία, συμπεριλαμβανομένης και της εξαγοράς του 67% του Four Seasons Astir Palace. Η κίνηση αυτή του εφοπλιστή Γ. Προκοπίου αποτιμήθηκε σε 700 εκατ. ευρώ.
Ακόμα μεγαλύτερη όμως ήταν η αύξηση στον τομέα των γραφείων, καθώς η αξία των συναλλαγών σημείωσε ετήσια άνοδο κατά 81%, σε 822 εκατ. ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος αφορά την εξαγορά χαρτοφυλακίου ακινήτων (κυρίως γραφείων) που μεταβίβασε η Prodea Investments στον όμιλο Yoda του Γ. Παπαλέκα, έναντι 750 εκατ. ευρώ, στο τέλος του 2025. Αντιστοίχως η Savills αναφέρει ότι τριπλάσιος ήταν το 2025 και ο όγκος των αγοραπωλησιών στον τομέα των εμπορικών καταστημάτων. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, υπολογίζεται ότι ο συνολικός όγκος των εξαγορών ακινήτων εισοδήματος το 2025 προσέγγισε ή ενδεχομένως και να ξεπέρασε τα 2,5 δισ. ευρώ.
Οπως σημειώνει η σχετική ανάλυση της Savills, τα τελευταία χρόνια οι αγορές της Νότιας Ευρώπης έχουν καταδείξει σημαντική ανθεκτικότητα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη και αναπτύσσονται με ταχύτερο ρυθμό, καθώς προσελκύουν όλο και περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια. «Μετά την ανάκαμψη της περιόδου μετά την πανδημία, τα αυξανόμενα επιτόκια και η μείωση της επενδυτικής εμπιστοσύνης προκάλεσε μια σημαντική πτώση στις επενδύσεις στην ευρωπαϊκή αγορά ακινήτων. Το αποκορύφωμα ήταν το 2023, όταν οι συναλλαγές μειώθηκαν κατά 51% ετησίως, σε 151 δισ. ευρώ», αναφέρουν οι αναλυτές της Savills.
Από τις λιγοστές εξαιρέσεις ήταν οι αγορές της Ν. Ευρώπης, καθώς σε Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία και Ελλάδα η πτώση δεν ξεπέρασε το 11% (αθροιστικά) το 2023, ενώ ειδικά στην Ελλάδα σημειώθηκε και αύξηση κατά 93%. Αντιστοίχως, η ανάκαμψη που καταγράφεται πανευρωπαϊκά έκτοτε είναι πιο δυναμική σε αυτές τις αγορές, καθώς ο όγκος των αγοραπωλησιών είναι 70% υψηλότερος από το 2023, έναντι 68% στις σκανδιναβικές χώρες, 64% στις αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και μόλις 30% στις ανεπτυγμένες αγορές του Ην. Βασιλείου, της Γαλλίας και της Γερμανίας. Μόνο το 2025, στη Ν. Ευρώπη σημειώθηκαν αγοραπωλησίες ύψους 35 δισ. ευρώ, ποσό που ήταν 24% υψηλότερο από το 2024 και ιστορικό υψηλό, τη στιγμή που η αύξηση στο σύνολο της Ευρώπης δεν ξεπέρασε το 12%.
Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, η ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων εισοδήματος τα τελευταία χρόνια δείχνει ότι δεν πρόκειται για «πυροτέχνημα», καθώς υποστηρίζεται από αντίστοιχες βελτιώσεις στο «βάθος» της αγοράς, τη ρευστότητα και τη συμμετοχή των επενδυτών σε αυτήν. Η εξέλιξη αυτή, όχι μόνο στην Ελλάδα και συνολικά στις χώρες της Νότιας Ευρώπης, αποδίδεται σε μια σειρά παραγόντων, τόσο οικονομικών όσο και ειδικότερα της αγοράς ακινήτων.
Οπως εξηγούν οι αναλυτές, μερικοί από τους λόγους είναι η ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη (1,8% του ΑΕΠ, έναντι 1,3% της Ε.Ε. των «27»), η αξιοποίηση των κονδυλίων του NextGenerationEU, η ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας που έχει στηρίξει την ιδιωτική κατανάλωση και η μειωμένη εξάρτηση της περιοχής του ευρωπαϊκού Νότου από τη βιομηχανία και την υποχώρηση της ανάπτυξης του τομέα αυτού τα τελευταία χρόνια.
Παράλληλα, σύμφωνα με τη Savills, μεταξύ άλλων, η υπεραπόδοση αυτή εξηγείται και από τη διαφορετική στρατηγική των επενδυτών, που τοποθετούνται πλέον σε περιοχές που προσφέρουν προοπτικές υψηλότερων αποδόσεων και ανάπτυξης συγκριτικά με τις πιο ώριμες αγορές της Ευρώπης. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η στροφή των επενδυτών προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης διασποράς των χαρτοφυλακίων τους, τόσο γεωγραφικά όσο και αναφορικά με τις κατηγορίες ακινήτων που τοποθετούνται. Στο πλαίσιο αυτό, οι χώρες της Ν. Ευρώπης επωφελούνται από τον μεγαλύτερο όγκο πιθανών «στόχων», όπως κέντρα περίθαλψης ηλικιωμένων, φοιτητικές κατοικίες και ασφαλώς υποδομές φιλοξενίας και διαμονής. Η δε πρόβλεψη των αναλυτών είναι ότι η άνοδος αυτή της επενδυτικής ζήτησης είναι διατηρήσιμη και θα αποτυπωθεί και στον όγκο συναλλαγών τα επόμενα χρόνια συνολικά στη Ν. Ευρώπη.

