Η συζήτηση για την ακρίβεια στην Ελλάδα έχει εγκλωβιστεί εδώ και χρόνια ανάμεσα σε δύο εύκολες πολιτικές απαντήσεις. Από τη μια βρίσκονται τα επιδόματα και κάθε είδους εισοδηματικές ενισχύσεις. Από την άλλη οι έλεγχοι, τα πρόστιμα και οι προσωρινές παρεμβάσεις στις τιμές. Ολα αυτά μπορεί να είναι αναγκαία όταν μια κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα έκτακτο σοκ. Κανένα, ωστόσο, από τα συγκεκριμένα μέτρα δεν αλλάζει τη δομή της αγοράς. Κανένα δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις επίλυσης του προβλήματος.
Τέτοιου είδους θέματα λύνονται μόνο μέσα από την ενίσχυση του ανταγωνισμού. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας χθες στον ΣΚΑΪ 100,3 (εκπομπή Αρη Πορτοσάλτε) έβαλε στο τραπέζι ένα διαφορετικό ερώτημα από αυτά που συνήθως συζητάμε. Γιατί η ελληνική οικονομία παράγει επίμονα υψηλότερες τιμές σε συγκεκριμένες αγορές; Και την απάντηση την έδωσε ο ίδιος ο κεντρικός τραπεζίτης. Είναι θέμα μειωμένου ανταγωνισμού.
Είναι αυτό που περιέγραφε εξαιρετικά η Δήμητρα Μανιφάβα στην «Καθημερινή» της Κυριακής 19 Ιουλίου στο άρθρο της με θέμα «Γιατί ελληνικά προϊόντα είναι πιο φθηνά στο εξωτερικό». Ενας σημαντικός λόγος, αναφέρει, είναι ότι συχνά οι ελληνικές παραγωγικές εταιρείες δέχονται να διαθέσουν τα προϊόντα τους σε χαμηλότερες τιμές στο εξωτερικό ακριβώς για να είναι πιο ανταγωνιστικά. Προτιμούν δηλαδή να πουλήσουν ακριβότερα στην Ελλάδα όπου παράγονται, καθώς ο ανταγωνισμός σε κάποιους κλάδους είναι σχεδόν ανύπαρκτος, προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις συνθήκες του ανταγωνισμού που υπάρχουν σε άλλες αγορές. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι οι Ελληνες καταναλωτές να χρηματοδοτούν εμμέσως τις ελληνικές εξαγωγές και τους πελάτες των ελληνικών προϊόντων σε άλλες χώρες.
Προφανώς δεν παραγνωρίζουμε ότι η Ελλάδα είναι μια σχετικά μικρή αγορά. Εχει υψηλό μεταφορικό και ενεργειακό κόστος. Διαθέτει χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις με περιορισμένες οικονομίες κλίμακας. Ολα αυτά είναι πραγματικά προβλήματα.
Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι σε τμήματα της οικονομίας εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια εισόδου, διοικητικές αγκυλώσεις, καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις και κανονιστικές ρυθμίσεις που καταλήγουν να προστατεύουν εκείνους που βρίσκονται ήδη μέσα στην αγορά από εκείνους που θέλουν να μπουν. Οσοι θυμούνται τις «εργαλειοθήκες του ΟΟΣΑ» και το «άνοιγμα επαγγελμάτων» κατ’ εντολήν της τρόικας θα διαπιστώσουν εύκολα ότι πολλές ρυθμίσεις εκείνης της εποχής έχουν καταστεί ανενεργές. Αλλες δεν προχώρησαν ποτέ.
Τι κι αν οι καταναλωτές θέλουν περισσότερες επιλογές, οι επαγγελματικές ομάδες επιδιώκουν συχνά να διατηρούν κανόνες που περιορίζουν την είσοδο των νέων παικτών. Και τις περισσότερες φορές το καταφέρνουν. Και το κράτος τούς βοηθάει. Διότι όλοι θέλουν τον ανταγωνισμό, φτάνει να είναι για τους άλλους.

