Γιατί ελληνικά προϊόντα είναι πιο φθηνά στο εξωτερικό

Γιατί ελληνικά προϊόντα είναι πιο φθηνά στο εξωτερικό

Οι διαφορετικές συνθήκες της αγοράς εκτός Ελλάδος και η στρατηγική των εξαγωγικών επιχειρήσεων να διατηρούν ανταγωνιστικές τιμές στις ξένες αγορές

6' 31" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Μπίρα που παράγεται στην Ελλάδα πωλείται εδώ προς 2,77 ευρώ/λίτρο (χωρίς ΦΠΑ), ενώ στη Ρουμανία προς 1,27 ευρώ/λίτρο. Ας σημειωθεί ότι η πραγματική αγοραστική δύναμη στη Ρουμανία είναι πλέον υψηλότερη σε σύγκριση με αυτήν στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat. Επώνυμες ελιές Καλαμών (συσκευασία 370 γρ.) πωλούνται στην Αυστρία προς 2,69 ευρώ, όπως και στην Ελλάδα (για την ακρίβεια τις βρήκαμε στην τιμή των 2,70 ευρώ). Επιδόρπιο «φυτικού» γάλακτος με φρούτα κορυφαίας ελληνικής εταιρείας πωλείται επίσης στην Αυστρία προς 1,29 ευρώ (συσκευασία 150 γρ.) αλλά στην Ελλάδα η ίδια ακριβώς συσκευασία πωλείται προς 1,45 ευρώ. Ακόμη και χωρίς τον ΦΠΑ (η Αυστρία από την 1η Ιουλίου 2026 μείωσε τον ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα στο 4,9%) η τιμή στην πολύ πλουσιότερη χώρα της Κεντρικής Ευρώπης είναι χαμηλότερη για το προϊόν που παράγεται στην Ελλάδα. Χυμός ντομάτας ελαφρά συμπυκνωμένος πωλείται στην Κύπρο προς 1,67 ευρώ/κιλό, ενώ στην Ελλάδα 2,05 ευρώ/κιλό (τιμές χωρίς ΦΠΑ), ενώ μπάρα δημητριακών που παράγεται από ελληνική εταιρεία πωλείται στην Ε.Ε. όσο και στην Ελλάδα.

Γιατί συμβαίνει το παραπάνω; Πέρα από τις διαφορετικές συνθήκες διαπραγμάτευσης και εν γένει αγοράς που ισχύουν εκτός Ελλάδας, ένας σημαντικός λόγος είναι ότι συχνά οι ελληνικές παραγωγικές εταιρείες τροφίμων –και όχι μόνο– δέχονται να διαθέσουν τα προϊόντα τους σε χαμηλότερες τιμές στο εξωτερικό ακριβώς για να είναι πιο ανταγωνιστικά. Με άλλα λόγια, οι Ελληνες καταναλωτές «χρηματοδοτούν» εμμέσως τις ελληνικές εξαγωγές και το περίφημο «εξαγωγικό θαύμα» των τελευταίων ετών. Ενας άλλος λόγος, βεβαίως, είναι ότι οι κύριες αγορές των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων είναι οι φτωχότερες γειτονικές χώρες –της Βαλκανικής Χερσονήσου– όπου εκ των πραγμάτων τα προϊόντα θα πρέπει να πωλούνται φθηνότερα για να βρίσκουν θέση στις εκεί αγορές. Ακόμη, όμως, και στην περίπτωση των μεγαλύτερων αγορών, όπως είναι για παράδειγμα αυτή της Γερμανίας, ο «πονοκέφαλος» είναι οι μεγάλες εκπτωτικές αλυσίδες: αυτές πριν προβούν σε συνεργασία με οποιονδήποτε προμηθευτή, κάνουν στην ουσία ένα είδος μειοδοτικού διαγωνισμού, από το αποτέλεσμα του οποίου κρίνεται εν πολλοίς η απόφασή τους, αφού έχουν λάβει φυσικά υπόψη και το εάν τηρούνται ή όχι συγκεκριμένες προδιαγραφές.

Μέχρι πρόσφατα, εξάλλου, μεγάλο μέρος των ελληνικών εξαγωγών αφορούσε μη τυποποιημένα προϊόντα τα οποία διατίθενται στις ξένες αγορές συνήθως σε πολύ χαμηλή τιμή για να τυποποιηθούν εκεί από άλλες επιχειρήσεις οι οποίες θα αποκομίσουν τα οφέλη της προστιθέμενης αξίας. Την ίδια ώρα, ωστόσο, οι καταναλωτές στην Ελλάδα πληρώνουν το ίδιο προϊόν, χύμα και τυποποιημένο σε πολύ υψηλότερες τιμές. Πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι εξαγωγές τεράστιων ποσοτήτων χύμα ελαιολάδου στην Ιταλία σε χαμηλές τιμές, πολύ χαμηλότερες από αυτές στις οποίες πωλείται στην Ελλάδα το ελαιόλαδο είτε χύμα είτε πολύ περισσότερο όταν είναι τυποποιημένο.

Την ίδια ώρα, οι Ιταλοί καταναλωτές πληρώνουν στο σούπερ μάρκετ τα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας που εισάγονται από την Ελλάδα (τσιπούρα και λαβράκι) τα ίδια χρήματα (περίπου 11 ευρώ/κιλό) που δίνουν και οι καταναλωτές στην Ελλάδα για τα ίδια προϊόντα. Πρόκειται για στρατηγική που σχετίζεται τόσο με τον ανταγωνισμό που έχει σε αυτόν τον τομέα η Ελλάδα με την Τουρκία, όσο και με την αναγκαστική επιλογή τα τελευταία χρόνια από τον μεγαλύτερο «παίκτη» του κλάδου (την Avramar) να διατηρήσει σε καλά επίπεδα τις πωλήσεις της, καθώς αναζητούσε αγοραστή.

Γιατί ελληνικά προϊόντα είναι πιο φθηνά στο εξωτερικό-1
Μέχρι πρόσφατα μεγάλο μέρος των ελληνικών εξαγωγών αφορούσε μη τυποποιημένα προϊόντα, τα οποία διατίθενται στις ξένες αγορές συνήθως σε πολύ χαμηλή τιμή για να τυποποιηθούν εκεί από άλλες επιχειρήσεις, οι οποίες και θα αποκομίσουν τα οφέλη της προστιθέμενης αξίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι εξαγωγές τεράστιων ποσοτήτων χύμα ελαιολάδου στην Ιταλία. [SHUTTERSTOCK]

Πολύ πιο καθαρά φαίνεται η στρατηγική των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων –και όχι μόνο αυτών που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των τροφίμων– να διατηρούν ανταγωνιστικές τιμές στις ξένες αγορές, αλλά όχι και στην εγχώρια από τα διαχρονικά στοιχεία του δείκτη τιμών παραγωγού στη βιομηχανία.

Το 2025 ο μέσος ετήσιος γενικός δείκτης τιμών παραγωγού στη βιομηχανία σε σύγκριση με το 2021, οπότε αναθεωρήθηκε, ήταν αυξημένος κατά 22,73% για το σύνολο της αγοράς. Ωστόσο, ο δείκτης εγχώριας αγοράς το ίδιο διάστημα σημείωσε αύξηση 24,61%, ενώ ο δείκτης εξωτερικής αγοράς αύξηση 18,31%. Αν και το 2022, όταν ξέσπασε η ενεργειακή – πληθωριστική κρίση, λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο δείκτης εξωτερικής αγοράς ενισχύθηκε περισσότερο σε σύγκριση με τον δείκτη εγχώριας αγοράς (κατά 39,8% έναντι 35,1%), τα τρία επόμενα χρόνια ο δείκτης εξωτερικής αγοράς συνεχώς κατέγραφε μείωση η οποία σωρευτικά έφτασε το 16,5%. Δεν συνέβη το ίδιο με τον δείκτη εγχώριας αγοράς, ο οποίος μετά τη μεγάλη άνοδο που καταγράφηκε το 2022, υποχώρησε μεν το 2023 και το 2024 (κατά 9,3% στη διετία) για να αυξηθεί έστω και οριακά το 2025 κατά 0,01%. Το παραπάνω, βεβαίως, σχετίζεται έως ένα βαθμό με τις συνθήκες επιβράδυνσης της οικονομίας ή ακόμη και κινδύνου ύφεσης σε βασικούς εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας, όπως είναι για παράδειγμα η Γερμανία και συνολικά οι χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Από την άλλη, η ζήτηση στην Ελλάδα είναι αυξημένη, αλλά αυτή εντοπίζεται κυρίως σε κλάδους όπως ο τουρισμός και οι κατασκευές και όχι απαραιτήτως στο μέσο νοικοκυριό.

Στην περίπτωση αγορών, όπως της Γερμανίας, οι εκπτωτικές αλυσίδες κάνουν στην ουσία ένα είδος μειοδοτικού διαγωνισμού πριν προβούν σε οποιαδήποτε συνεργασία.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό ίσως είναι ότι ακόμη και στα χρόνια της οικονομικής κρίσης ο δείκτης τιμών παραγωγού στη βιομηχανία για την εγχώρια αγορά κατέγραφε μικρότερες απώλειες –και μάλιστα όχι σε όλα τα έτη της κρίσης– από ό,τι θα ανέμενε κανείς δεδομένης της κατάστασης της εθνικής οικονομίας, αλλά και της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών. Μέχρι και το 2012 o μέσος ετήσιος δείκτης εγχώριας αγοράς αυξανόταν και μάλιστα σημαντικά (από 4,9% έως 7,4%), με τον μέσο ετήσιο δείκτη εξωτερικής αγοράς να ακολουθεί αντίστοιχη πορεία. Τα έτη 2013 έως και 2016 καταγράφηκε μείωση και στους δύο υποδείκτες, για να ξεκινήσει στη συνέχεια η ανοδική τους πορεία, η οποία ανακόπηκε βίαια το 2020 εξαιτίας της πανδημίας. Το 2019, μια χρονιά πριν από την COVID-19, ο δείκτης εγχώριας αγοράς βρισκόταν κατά 6,33% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2021, ενώ ο δείκτης εξωτερικής αγοράς ήταν 1,36% κάτω από τα επίπεδα του 2021.

Αξίζει, βεβαίως, να σημειωθεί ότι οι εξαγωγές αποτέλεσαν μία από τις λιγοστές «σανίδες σωτηρίας» για τις ελληνικές επιχειρήσεις την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Από μόλις 18,01 δισ. ευρώ το 2009, όταν ξεκινούσε η οικονομική κρίση, έφτασαν τα 27,48 δισ. ευρώ το 2012, εν μέσω δηλαδή βαθιάς ύφεσης στην Ελλάδα για να ξεπεράσουν το φράγμα των 30 δισ. ευρώ το 2018, φτάνοντας τα 33,47 δισ. ευρώ. Το ιστορικό ρεκόρ σημειώθηκε το 2022 με την αξία των ελληνικών εξαγωγών να φτάνει τα 55,76 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 οι εξαγωγές υποχώρησαν κάτω από τα 50 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκαν σε 48,66 δισ. ευρώ.

Το 2025 ο μέσος ετήσιος δείκτης τιμών παραγωγού εγχώριας αγοράς σημείωσε αύξηση 24,61%, ενώ ο δείκτης εξωτερικής αγοράς ενισχύθηκε κατά 18,31%.

H μεγάλη διαταραχή που προκάλεσε η πανδημία (και) στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές το 2020, αλλά και η μείωση της ζήτησης για αρκετές κατηγορίες προϊόντων είχε ως συνέπεια τη μεγαλύτερη υποχώρηση του δείκτη εξωτερικής αγοράς το 2020, κατά 15,5% σε σύγκριση με το 2019, έναντι μείωσης 4,5% που κατέγραψε το ίδιο διάστημα ο δείκτης εγχώριας αγοράς.

Τα στοιχεία του 2026 αποκαλύπτουν τι συμβαίνει σε επίπεδο διαφορετικών κλάδων της βιομηχανίας. Κατ’ αρχάς από τον Μάρτιο κι έπειτα, μετά τη νέα ανάφλεξη στο Ιράν ο δείκτης τιμών παραγωγού συνολικά κατέγραψε σημαντική αύξηση, κατά 12,4% περίπου, με την επιβάρυνση, πάντως, αυτή τη φορά να είναι μεγαλύτερη στις τιμές των προϊόντων που προορίζονται για εξαγωγές και κυρίως για αυτές που έχουν προορισμούς χώρες εκτός της Ευρωζώνης.

Καθοριστική είναι η συμβολή του ενεργειακού κλάδου στην αύξηση, καθώς ο γενικός δείκτης χωρίς την ενέργεια είναι αυξημένος τον Μάιο σε σύγκριση με τις αρχές του έτους μόλις κατά 2,22%.

Στα πετρελαιοειδή ο δείκτης τιμών παραγωγού εγχώριας αγοράς έχει εκτοξευθεί τον Μάιο στις 181,62 μονάδες, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης τιμών εξωτερικής αγοράς διαμορφώθηκε στις 178,15 μονάδες.

Αντιθέτως, η επίδραση της νέας κρίσης στη Μέση Ανατολή δεν ήταν σημαντική στις τιμές παραγωγού στα τρόφιμα, είτε αυτά προορίζονται για την εγχώρια αγορά, είτε για το εξωτερικό.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT