Η πολιτική των υπερπλεονασμάτων που ακολουθεί η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ ακόμη, επισημαίνει η Moody’s, και αυτό θέτει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα να μειωθεί σημαντικά το ελληνικό δημόσιο χρέος στο μέλλον. Μάλιστα, ο οίκος αξιολόγησης χαρακτηρίζει κρίσιμο πολιτικό τεστ, ενόψει και των εκλογών του 2027, τη βιωσιμότητα της στρατηγικής της υπέρβασης των δημοσιονομικών στόχων.
Ειδικότερα, όπως σημειώνει η Moody’s, το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας υποστηρίζεται από ισχυρό ιστορικό μεταρρυθμίσεων, ισχυρή δυναμική ανάπτυξης και ένα ταχέως μειούμενο βάρος του δημοσίου χρέους. Πίσω από την ταχεία αυτή αποκλιμάκωση του χρέους βρίσκονται τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα που καταγράφονται από την πανδημία και μετά, τη στιγμή που οι ελληνικές αρχές έχουν επίσης δημιουργήσει μια πιο δυνατή βάση εσόδων μέσω καλύτερης συμμόρφωσης και της στρατηγικής κατά της φοροδιαφυγής.
Το Ταμείο Ανάκαμψης έχει ενισχύσει αυτήν την τάση συνδέοντας τις μεταρρυθμίσεις με τη στήριξη των επενδύσεων, ενώ η κυβέρνηση παρέμεινε δεσμευμένη στους εγχώριους και ενωσιακούς κανόνες δαπανών και, γενικώς, χρησιμοποίησε την υπεραπόδοση εσόδων για την αποπληρωμή του χρέους ή για υψηλότερα ταμειακά αποθέματα.
Αυτό το μοτίβο ενισχύει τις προοπτικές σταθεροποίησης του χρέους τα επόμενα δύο χρόνια, ενισχύοντας και την πιθανότητα να διατηρηθούν σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, ακόμη και καθώς η δημοσιονομική επίδοση σταδιακά μετριάζεται από τα εξαιρετικά υψηλά πρόσφατα επίπεδα. Το δημοσιονομικό πλαίσιο, επομένως, φαίνεται πιο αξιόπιστο από ό,τι στο παρελθόν, ενώ η πολιτική υποστήριξη για τη μείωση του χρέους παραμένει γενικώς ισχυρή.
Οπως αναφέρει ο οίκος, το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στο 4,9% το 2025, από 4,8% το 2024, ενώ προβλέπει ότι θα παραμείνει υψηλό στο 3,3% του ΑΕΠ περίπου, το 2026-2027.
Οπως τονίζει ωστόσο η Moody’s, «υπάρχει επίσης σαφής αναγνώριση ότι τα εξαιρετικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα των τελευταίων ετών είναι απίθανο να είναι πολιτικά βιώσιμα επ’ αόριστον και ότι οι πιέσεις για χαλάρωση των δημοσιονομικών συνθηκών και για διάθεση περισσότερων πόρων σε δημόσιες επενδύσεις και κοινωνικές προτεραιότητες είναι πιθανό να αυξηθούν καθώς ο δείκτης χρέους μειώνεται».
Οπως εκτιμά, με την πάροδο του χρόνου, το βασικό ερώτημα θα μετατοπιστεί από το εάν υπάρχει δημοσιονομική πειθαρχία στο πόσο θα μετριαστεί αυτή, μόλις οι πιέσεις για περισσότερες δαπάνες ενταθούν και το χρέος μειωθεί περαιτέρω και φτάσει, για παράδειγμα, στο 120% του ΑΕΠ – το οποίο φαίνεται να αποτελεί ένα άτυπο σημείο αναφοράς για την κυβέρνηση (στόχος είναι να επιτευχθεί έως το 2029).
Κατά τη Moody’s, η πολιτική δυναμική γύρω από τις εκλογές, οι οποίες θα διεξαχθούν έως τον Ιούλιο του 2027, αποτελεί επομένως ένα κρίσιμο τεστ για την ανθεκτικότητα αυτής της δημοσιονομικής κουλτούρας της Ελλάδας. Η σταδιακή μετάβαση προς πιο μέτρια πλεονάσματα αποτελεί, σύμφωνα με τον οίκο, την πιο πιθανή μεσοπρόθεσμη πορεία, κάτι που πάντως θέτει εν αμφιβόλω τη συνέχιση της μείωσης του χρέους.
Η παραγωγικότητα
Πέραν των δημοσιονομικών, ένας άλλος παράγοντας που θα είναι πλέον κρίσιμος για την αξιολόγηση της Ελλάδας είναι η παραγωγικότητα.
Η Moody’s αναφέρει πως οι προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας θα παραμείνουν ένα από τα κύρια στηρίγματα της οικονομικής ισχύος της χώρας τα επόμενα δύο χρόνια, υπό την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση των επενδύσεων θα παραμείνει ισχυρή και η δυναμική των μεταρρυθμίσεων θα διατηρηθεί. Η ανάπτυξη κινήθηκε στο 2,1% το 2025 και ο οίκος προβλέπει μέτρια επιβράδυνση στο 1,7% φέτος και το 2027. Οπως εξηγεί, η επιβράδυνση της ανάπτυξης αντανακλά τη μετάβαση από μια περίοδο ισχυρής κάλυψης της υστέρησης μετά την πανδημία σε μια επέκταση της οικονομίας που περιορίζεται ολοένα και περισσότερο από παράγοντες από την πλευρά της προσφοράς, συμπεριλαμβανομένης της στενότητας της αγοράς εργασίας στον κλάδο των υπηρεσιών και των κατασκευών.
Το βασικό πιστωτικό ζήτημα για την Ελλάδα δεν θα είναι επομένως πλέον το επίπεδο της βραχυπρόθεσμης ανάπτυξης, αλλά το κατά πόσον τα πρόσφατα κέρδη που οφείλονται στις επενδύσεις μεταφράζονται σε μια πιο διαρκή επέκταση της παραγωγικής ικανότητας, τονίζει η Moody’s. Σε ορίζοντα 10 ετών, η οικονομική ισχύς της Ελλάδας θα εξαρτηθεί λιγότερο από την απορρόφηση έργων που χρηματοδοτούνται από την Ε.Ε. και περισσότερο από το κατά πόσον οι σχετικές μεταρρυθμίσεις θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν την παραγωγικότητα, μια ευρύτερη βάση εξαγωγών και μια υψηλότερη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο οίκος υπογραμμίζει ότι ο κύριος μακροπρόθεσμος περιορισμός της αξιολόγησης της Ελλάδας είναι τα δημογραφικά στοιχεία: ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας αναμένεται να συρρικνωθεί σημαντικά έως το 2050, περιορίζοντας τον βαθμό στον οποίο η πρόσφατη δυναμική ανάπτυξης μπορεί να διατηρηθεί χωρίς περαιτέρω μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα.

