Η πολιτική σταθερότητα στην Ελλάδα μπαίνει ψηλά στο ραντάρ των διεθνών οίκων ενόψει των εθνικών εκλογών και γίνεται και πάλι κρίσιμος παράγοντας για τις αγορές, τις αξιολογήσεις και γενικότερα την αντίληψη των επενδυτών απέναντι στη χώρα μας. Αναλυτές και θεσμοί επισημαίνουν πως το story των ισχυρών οικονομικών επιδόσεων για να συνεχιστεί «απαιτεί» ένα πολιτικό σκηνικό το οποίο επιτρέπει τη συνεπή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, ενισχύει την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και έχει αντανακλαστικά ώστε να μπορεί να διαχειριστεί ενδεχόμενες κρίσεις, διατηρώντας έτσι την εμπιστοσύνη των αγορών.
Οπως τονίζει η Société Générale, οι ισχυρές οικονομικές επιδόσεις της χώρας δεν αρκούν. «Η Ελλάδα βρίσκεται στον σωστό δρόμο και οδεύει προς περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους μεσοπρόθεσμα, υποστηριζόμενη από την αύξηση του ΑΕΠ. Αν και το επίπεδο του χρέους παραμένει υψηλό, το ευνοϊκό προφίλ του μειώνει σημαντικά τους κινδύνους επιτοκίων», σημειώνει σε νέα ανάλυση η γαλλική τράπεζα. Ωστόσο, «οι βουλευτικές εκλογές του 2027 θα καθορίσουν την κατεύθυνση των πολιτικών για τα επόμενα χρόνια. Ετσι, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στον σωστό δρόμο, χρειάζεται συνέπεια πολιτικής με την πάροδο του χρόνου και όχι μόνο ισχυρή οικονομική απόδοση», υπογραμμίζει.
Ανάλογη είναι και η άποψη της Capital Economics. Οσον αφορά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας για το 2027, θεωρεί πως τα περισσότερα μακροοικονομικά στοιχεία εξακολουθούν να δείχνουν σε γενικές γραμμές προς τη σωστή κατεύθυνση και οι κίνδυνοι είναι περιορισμένοι. Κατά τον οίκο, όμως, μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες είναι οι εκλογές που θα διεξαχθούν του χρόνου και η πιθανότητα να προκύψει πολιτική αστάθεια στη χώρα, η οποία θα θέσει υπό αμφισβήτηση τη δημοσιονομική πορεία.
Από την πλευρά της, η Allianz Research εκτιμά πως ο πολιτικός κίνδυνος στην Ευρωζώνη έχει επιστρέψει. Καταγράφοντας την πρόοδο που έχει σημειώσει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και ειδικά μετά την πανδημία, ο οίκος επισημαίνει ότι οφείλεται στην επιτυχή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, στη δημοσιονομική εξυγίανση, καθώς και στην επενδυτική ώθηση που έδωσε το Ταμείο Ανάκαμψης. Στην Ελλάδα, ωστόσο, όπως και σε άλλες χώρες της περιοχής, «η πολιτική βιωσιμότητα των μεταρρυθμίσεων δεν είναι εγγυημένη». Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Allianz στην τελευταία της ανάλυση για τις προοπτικές της νότιας Ευρώπης, «η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Ελλάδα αντιμετωπίζουν εθνικές εκλογές το 2027, οι οποίες θέτουν σε ταυτόχρονη πολιτική δοκιμασία τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη δέσμευση για μεταρρυθμίσεις σε όλες τις οικονομίες της Ευρωζώνης», προσθέτοντας πως τα λαϊκίστικά κινήματα στην Ελλάδα και στην Ιταλία παραμένουν ένας «κρυφός» κίνδυνος για τη συνέχεια των μεταρρυθμίσεων.
Τα λαϊκιστικά κινήματα σε Ελλάδα και Ιταλία παραμένουν ένας «κρυφός» κίνδυνος για τη συνέχεια των μεταρρυθμίσεων.
Τον περασμένο μήνα, η Moody’s Analytics προειδοποίησε ότι η πολιτική αστάθεια απειλεί τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, τονίζοντας ότι η πιθανότητα αλλεπάλληλων προσφυγών στις κάλπες και η πολιτική αβεβαιότητα θα μπορούσαν να εκτροχιάσουν την ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα. Ο οίκος σημείωσε πως η πολιτική αβεβαιότητα επηρεάζει την οικονομία μέσω πολλών διαύλων, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων, των προληπτικών αποταμιεύσεων, των προσλήψεων, της τιμολόγησης, των πιστωτικών αποφάσεων και των κεφαλαιακών ροών. Οταν αυτή συμπίπτει με περιόδους εκλογών, αυτές οι επιπτώσεις μπορεί να ενισχυθούν. Αναφέροντας ένα σενάριο όπου οι εκλογές το 2027 οδηγούν σε αποτυχία εξασφάλισης κυβερνητικής πλειοψηφίας έπειτα από πολλαπλούς διαδοχικούς γύρους εκλογών, τα spreads των ελληνικών ομολόγων θα διευρυνθούν, οι πιστωτικές συνθήκες θα επιδεινωθούν και η εμπιστοσύνη θα μειωθεί κατακόρυφα, οδηγώντας σε υποχώρηση των επενδύσεων. Σύμφωνα με το πιο θετικό σενάριο, εάν ο σχηματισμός κυβέρνησης επιτυγχάνεται εντός, το πολύ, δύο εκλογικών γύρων, δεν αναμένεται να μεταβάλει τις θετικές προοπτικές της οικονομίας.
Εκτός από τους διεθνείς οίκους, κορυφαίοι παράγοντες και θεσμοί της ελληνικής οικονομίας δίνουν έμφαση στη σοβαρότητα της διατήρησης της πολιτικής σταθερότητας στη χώρα.
Στην έκθεση νομισματικής πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, υπογραμμίζεται πως το ισχυρό story της ελληνικής οικονομίας και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των αγορών οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική σταθερότητα. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται, «καθοριστικός παράγοντας της προόδου που καταγράφηκε στην ελληνική οικονομία τα προηγούμενα χρόνια υπήρξε η πολιτική σταθερότητα. Παρότι συχνά θεωρείται δεδομένη, αποτελεί στην πραγματικότητα ένα κρίσιμο δημόσιο αγαθό για την εύρυθμη λειτουργία κάθε οικονομίας, ιδιαίτερα σε περιόδους διεθνών αναταράξεων». Οπως εξηγεί η ΤτΕ, η πολιτική σταθερότητα επέτρεψε τη συνεπή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων με μεσοπρόθεσμο ορίζοντα και ενίσχυσε την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής απέναντι σε επενδυτές, αγορές και ευρωπαϊκούς θεσμούς. Παράλληλα, συνέβαλε στην αποτελεσματική διαχείριση διαδοχικών κρίσεων και στη διατήρηση της εμπιστοσύνης σε μια περίοδο έντονων εξωτερικών πιέσεων.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, έθεσε το ζήτημα της πολιτικής σταθερότητας στην κορυφή των προϋποθέσεων για την οικονομική πρόοδο της χώρας. Μιλώντας στο πλαίσιο του συνεδρίου για τις συγχωνεύσεις και εξαγορές, το οποίο διοργάνωσε το Money Review της «Καθημερινής», διεμήνυσε ότι η ισχυρή ηγεσία και οι γρήγορες αντανακλαστικές κινήσεις αποτελούν αναγκαίο όρο εθνικής επιβίωσης, καθώς καμία οικονομία δεν μπορεί να ευδοκιμήσει μέσα σε ένα καθεστώς πολιτικής αμηχανίας ή αναποφασιστικότητας. «Η κυβερνησιμότητα και η ικανότητα άμεσης λήψης αποφάσεων αποτελούν το πρωταρχικό ζητούμενο για τον επιχειρηματικό κόσμο σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον που μεταβάλλεται με πρωτόγνωρη ταχύτητα», δήλωσε χαρακτηριστικά.

