Τέλος σε μια εκκρεμότητα που απασχολούσε εδώ και μήνες την ασφαλιστική αγορά και τους ασφαλισμένους έβαλε η Ελληνική Στατιστική Αρχή, δημοσιεύοντας για πρώτη φορά τον Ετήσιο Δείκτη Αναπροσαρμογής (ΕΔΑ) για τα μακροχρόνια ασφαλιστήρια υγείας. Πρόκειται για τον δείκτη που προβλέφθηκε με τον νόμο 5170/2025 προκειμένου να αποτελέσει το αντικειμενικό σημείο αναφοράς για τις ετήσιες αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων, τερματίζοντας τις διαφωνίες σχετικά με το αν οι αυξήσεις που επιβάλλουν οι ασφαλιστικές εταιρείες αντανακλούν πράγματι την εξέλιξη του κόστους υγείας.
Οπως προκύπτει από τη δημοσίευση του δείκτη, για πρώτη φορά η ΕΛΣΤΑΤ διαχωρίζει την επίδραση της γήρανσης των ασφαλισμένων από την πραγματική αύξηση του κόστους των υπηρεσιών υγείας. Σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία της, ο συνολικός ετήσιος δείκτης αναπροσαρμογής για το 2024 αυξήθηκε κατά 6,24% όταν λαμβάνεται υπόψη και η ηλικιακή μεταβολή των ασφαλισμένων. Οταν όμως αφαιρεθεί η επίδραση της ηλικίας, η αύξηση περιορίζεται μόλις στο 1,25%.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τις μακροχρόνιες συμβάσεις ασφάλισης υγείας, δηλαδή τα συμβόλαια που αποτέλεσαν το αντικείμενο της μεγαλύτερης αντιπαράθεσης τα τελευταία χρόνια. Εκεί η ετήσια μεταβολή του δείκτη το 2024 διαμορφώθηκε στο 7,23% όταν συνυπολογίζεται η ηλικία, ενώ χωρίς την ηλικιακή επίδραση περιορίζεται στο 1,76%. Από την εξέλιξη του κόστους προκύπτει ότι το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης που καταγράφεται στα μακροχρόνια ασφαλιστήρια δεν συνδέεται με την αύξηση του κόστους των υπηρεσιών υγείας, αλλά με τη φυσική γήρανση του ασφαλισμένου πληθυσμού.
Εξίσου ενδιαφέροντα είναι τα αναλυτικά στοιχεία που συνοδεύουν τον δείκτη και αποτυπώνουν την εξέλιξη του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου. Οι ασφαλισμένοι στα μακροχρόνια προγράμματα μειώθηκαν από 272.659 το 2022 σε 240.840 το 2024, δηλαδή κατά 11,7% μέσα σε δύο χρόνια. Την ίδια περίοδο, όμως, οι συνολικές αποζημιώσεις αυξήθηκαν από 212,6 εκατ. ευρώ σε 229 εκατ. ευρώ (+7,7%), ενώ το μέσο κόστος κάθε περιστατικού νοσηλείας αυξήθηκε από 4.376 ευρώ σε 4.938 ευρώ (+12,8%). Παράλληλα, αυξήθηκε και η συχνότητα εμφάνισης ζημιών, από 17,82% σε 19,25%, γεγονός που δείχνει ότι οι ασφαλισμένοι των μακροχρόνιων προγραμμάτων όχι μόνο νοσηλεύονται συχνότερα όσο μεγαλώνουν ηλικιακά, αλλά και ότι κάθε περιστατικό νοσηλείας κοστίζει πλέον σημαντικά περισσότερο. Ο συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων οδήγησε σε αύξηση 21,9% του καθαρού κόστους κάλυψης μέσα σε μία διετία.
Το εύρημα αυτό ενισχύει το επιχείρημα των ασφαλιστικών εταιρειών ότι το κόστος αποζημιώσεων αυξάνεται διαχρονικά. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο ελέγχου, καθώς από εδώ και πέρα θα είναι σαφέστερο ποιο μέρος κάθε αναπροσαρμογής αποδίδεται στη γήρανση του ασφαλισμένου και ποιο στην πραγματική εξέλιξη του κόστους των υπηρεσιών υγείας.

