Περίπου 12 τρισ. ευρώ διατηρούν οι Ευρωπαίοι σε τραπεζικές καταθέσεις, τη στιγμή που η Ε.Ε. έχει ανάγκη από κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει επενδύσεις στην άμυνα και την ασφάλεια, την ενεργειακή αυτονομία, τις ψηφιακές υποδομές, την τεχνητή νοημοσύνη και τις τεχνολογίες που θα καθορίσουν την ανταγωνιστικότητά της τις επόμενες δεκαετίες. Αυτό επισημαίνει η ΤτΕ, υπογραμμίζοντας την ανάγκη κινητοποίησης του τεράστιου αυτού οικονομικού αποθέματος των αποταμιεύσεων προς όφελος της ευρωπαϊκής οικονομίας και της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητάς της, κάτι στο οποίο θα βοηθήσει καθοριστικά στη δημιουργία της Ενωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.
Ειδικότερα, όπως αναφέρει η ΤτΕ, τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά αποταμιεύουν σημαντικά υψηλότερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε σχέση με άλλες συγκρίσιμες οικονομίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της, το ποσοστό αποταμίευσης στην Ε.Ε. διαμορφώνεται κοντά στο 15%, όταν στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο κινείται περίπου στο 4%-5%.
Το υψηλό ποσοστό αποταμίευσης, ωστόσο, διοχετεύεται κυρίως στις τραπεζικές καταθέσεις. Ενδεικτικά, στο τέλος του 2024 τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά κατείχαν περίπου 12 τρισ. ευρώ σε τραπεζικές καταθέσεις και 14,5 τρισ. ευρώ σε μετοχές και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, ενώ τα αμερικανικά νοικοκυριά είχαν 5,6 τρισ. δολ. σε τραπεζικές καταθέσεις και 58 τρισ. δολ. σε μετοχές και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων.
Ταυτόχρονα, προσθέτει η ΤτΕ το γεγονός ότι τα νοικοκυριά των ΗΠΑ διακρατούν περισσότερα κεφάλαια σε μετοχές και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, κάτι που συνδέεται και με τη σημαντικά μεγαλύτερη ανάπτυξη του μη τραπεζικού χρηματοπιστωτικού τομέα στις ΗΠΑ σε σχέση με την Ε.Ε. Ετσι, τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού των ευρωπαϊκών επενδυτικών κεφαλαίων αντιστοιχούσαν σε περίπου 62% της συνολικής αξίας ενεργητικού των αμερικανικών. Δηλαδή το μέγεθος των στοιχείων ενεργητικού των ευρωπαϊκών επενδυτικών κεφαλαίων είναι κατά 26% μικρότερο εκείνου που θα αντιστοιχούσε στο μέγεθος της ευρωπαϊκής οικονομίας, σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Κατά συνέπεια, ο παράγοντας αυτός συμβάλλει και στην ασθενέστερη παραγωγικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων ως προς εκείνες των ΗΠΑ και, κατ’ επέκταση, στον χαμηλότερο δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας.

