Στα 6 ευρώ ημερησίως παραμένει εδώ και 22 χρόνια το μέγιστο ημερήσιο όριο παροχής σίτισης, παρά το γεγονός ότι από το 2004 έχει μεταβληθεί σημαντικά τόσο η αγορά εργασίας όσο και η αγοραστική δύναμη των μισθωτών στην Ελλάδα. Το αφορολόγητο μάλιστα όριο των 132 ευρώ μηνιαίως σήμερα αντιστοιχεί μόλις στο 12,3% του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα, την ώρα που στην Ε.Ε. το αντίστοιχο αφορολόγητο όριο αναλογεί κατά μέσον όρο στο 20% του κατώτατου μισθού.
«Τον Δεκέμβριο είχαμε στείλει επιστολή στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για αύξηση του ημερήσιου ορίου στα 8 ευρώ. Σήμερα, υπό το βάρος της πληθωριστικής κρίσης, θεωρούμε ότι πρέπει να αυξηθεί στα 10 ευρώ», υποστήριξε χθες ο κ. Γιώργος Καββαθάς, πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) κατά την παρουσίαση της έρευνας που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ) σε συνεργασία με την Edenred. Μάλιστα, σύμφωνα με τη γενική διευθύντρια της Edenred, Μαρία Βερούχη, το δημοσιονομικό κόστος από μια τέτοια αύξηση θα ήταν της τάξης των 20 εκατ. ευρώ, κόστος που δεν θεωρείται υψηλό για ένα στοχευμένο μέτρο που αφορά στο μη μισθολογικό κόστος και στην ουσία σημαντικό τμήμα του επιστρέφει ως φορολογικά έσοδα στο κράτος λόγω της αύξησης της κατανάλωσης. Ενδεικτικό του πόσο αυξάνεται η κατανάλωση είναι ότι το μέσο «καλάθι» αγορών ενός μισθωτού που λαμβάνει παροχή σίτισης είναι 25% μεγαλύτερο σε αξία αγορών από το μέσο «καλάθι» μισθωτού που δεν λαμβάνει ανάλογη παροχή.
Πέρα από το παραπάνω η παροχή σίτισης λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στην κίνηση της αγοράς, καθώς, σύμφωνα με την έρευνα, το 47,8% των επιχειρήσεων που δέχονται παροχές σίτισης (καταστήματα τροφίμων, εστίαση) δηλώνει ότι το μέτρο αυτό έχει αυξήσει το μέσο ποσό που δαπανούν οι πελάτες, ενώ το 59,2% δηλώνει ότι έχει οδηγήσει τους πελάτες τους να επιλέγουν πιο συχνά την επιχείρησή τους. Αντιστοίχως, το 93,5% των εργαζομένων που λαμβάνουν παροχές σίτισης συνεχίζει να επιλέγει συμβεβλημένες επιχειρήσεις για τις αγορές του ακόμη και μετά την εξάντληση του σχετικού ποσού. Σήμερα, σύμφωνα με την έρευνα, πρόσθετες παροχές στους εργαζομένους χορηγούν τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις, με την παροχή σίτισης να είναι η πλέον διαδεδομένη (70,3%). Το 27,7% τη χορηγεί σε όλους τους εργαζομένους και το 31,7% σε μέρος των εργαζομένων, ενώ ένα 10,4% εξετάζει το ενδεχόμενο να προχωρήσει σε παροχές σίτισης στο προσωπικό τους.
Σε μια περίοδο όπου σχεδόν σε όλους τους κλάδους καταγράφεται πρόβλημα στην εύρεση, καθώς και στη διατήρηση του προσωπικού, η παροχή σίτισης λειτουργεί ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αν και το κυρίαρχο κίνητρο που αναφέρθηκε από τις επιχειρήσεις στο πλαίσιο της έρευνας είναι η στήριξη της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων με την εν λόγω απάντηση να συγκεντρώνει ποσοστό 62,5%, όπως επίσης και τα φορολογικά οφέλη (54,20%), ένα 40% των επιχειρήσεων θεωρεί την παροχή σίτισης κίνητρο για τη διατήρηση του προσωπικού, ενώ ένα 20,8% τη χαρακτηρίζει μέσο προσέλκυσης προσωπικού.
Η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων (88,4%) χορηγεί παροχή σίτισης έως το ύψος του αφορολόγητου ορίου (132 ευρώ μηνιαίως), με το 92% των επιχειρήσεων που ήδη δίνουν τέτοια παροχή να δηλώνει ότι θα αύξανε το ποσό, εάν υπήρχαν πρόσθετα φορολογικά κίνητρα. Σε αυτή την κίνηση, τέλος, θα προχωρούσε το 71,3% των επιχειρήσεων που σήμερα δεν χορηγεί παροχή σίτισης.

