Πλαφόν στους τόκους καταναλωτικών δανείων

«Φρένο» στα πανωτόκια, κυρίως των καταναλωτικών δανείων και των πιστωτικών καρτών, επιχειρεί να βάλει νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης. Oρια και στο επιπλέον ποσό του αρχικού κεφαλαίου που θα αποπληρώνεται

3' 21" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Φρένο» στα πανωτόκια, κυρίως των καταναλωτικών δανείων και των πιστωτικών καρτών, επιχειρεί να βάλει νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης, το οποίο –έστω και με καθυστέρηση σε σχέση με τις οριζόμενες από τις Βρυξέλλες προθεσμίες– ενσωματώνει την κοινοτική οδηγία 2023/2225. Το νομοσχέδιο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση η οποία θα ολοκληρωθεί στις 29 Ιουνίου, με στόχο μέσα στον Ιούλιο το νομοσχέδιο να εισαχθεί στη Βουλή και να ψηφισθεί. Το νομοσχέδιο δεν έχει αναδρομική ισχύ και οι νέοι όροι στις δανειακές συμβάσεις θα ισχύσουν για όσες συναφθούν από τις 20 Νοεμβρίου 2026 κι έπειτα. Διευκρινίζεται ότι αφορά τις δανειακές συμβάσεις χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις επί ακινήτων και για ποσά έως 100.000 ευρώ. Αφορά δηλαδή κυρίως καταναλωτικά και επισκευαστικά δάνεια, καθώς και πιστωτικές κάρτες, αλλά όχι στεγαστικά δάνεια.

Ειδικότερα, το άρθρο 40 τού υπό διαβούλευση νομοσχεδίου προβλέπει την επιβολή ανώτατου ορίου στο ποσό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΣΕΠΕ), το οποίο δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 30% έως 50% του ΣΕΠΕ, όπως αυτό δημοσιεύεται σε τριμηνιαία βάση από την Τράπεζα της Ελλάδος. Το ακριβές ποσοστό θα καθορίζεται με απόφαση του υπουργού Ανάπτυξης και του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σε συνεργασία με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Με το ίδιο άρθρο ακόμη τίθενται όρια στο ποσό της αύξησης του αρχικού κεφαλαίου του δανείου κατά την αποπληρωμή. Ετσι, προβλέπεται ότι το μέγιστο συνολικό κόστος της πίστωσης εις βάρος του καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων τόκων, επιβαρύνσεων και εξόδων πάσης φύσης, ορίζεται σε 60% επί του ποσού του κεφαλαίου της πίστωσης για συμβάσεις πίστωσης με διάρκεια έως και τέσσερα χρόνια, σε 70% για συμβάσεις πίστωσης με διάρκεια άνω των τεσσάρων και έως οκτώ έτη και σε 75% για δανειακές συμβάσεις με διάρκεια άνω των οκτώ ετών.

Οι δύο κατηγορίες πλαφόν ισχύουν για δανειακές συμβάσεις τόσο σταθερού όσο και κυμαινόμενου επιτοκίου. Από το δεύτερο πλαφόν εξαιρούνται οι πιστωτικές κάρτες.

Το μέτρο δεν έχει αναδρομική ισχύ και θα ισχύει για δάνεια που θα συναφθούν από τις 20 Νοεμβρίου 2026 κι έπειτα.

Σε μια προσπάθεια, εξάλλου, να αποφευχθούν οι «κρυφές» χρεώσεις, το νομοσχέδιο ορίζει ότι η επιβολή εξόδων στο πλαίσιο συμβάσεων πίστωσης επιτρέπεται μόνο εφόσον τα έξοδα αυτά αντιστοιχούν σε αμοιβές για ειδικές υπηρεσίες που παρέχει ο πιστωτικός φορέας ή σε πραγματικές δαπάνες υπέρ τρίτων και δεν αποσκοπούν στην κάλυψη του λειτουργικού κόστους του πιστωτικού φορέα.

Μεγαλύτερη σαφήνεια αλλά και κάλυψη τόσο για τους πιστωτές όσο και για τους δανειολήπτες προβλέπει το νομοσχέδιο στην περίπτωση που η καθυστέρηση των οφειλών φτάνει ένα βήμα πριν από την ενεργοποίηση μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης (κατασχέσεις).

Ετσι, το νομοσχέδιο αναφέρει ρητά ότι οι πιστωτές πριν από την έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, λαμβάνουν εύλογα μέτρα ρύθμισης, προσαρμοσμένα στην κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις ατομικές συνθήκες του καταναλωτή, όπως την οικονομική του κατάσταση, τις οικογενειακές του υποχρεώσεις και τυχόν έκτακτες περιστάσεις. Η υφιστάμενη κάνει λόγο αόριστα για επίδειξη, κατά περίπτωση, εύλογης ανοχής. Από την άλλη, προκειμένου να υπάρχει μεγαλύτερη διασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, το νομοσχέδιο αναφέρει αφενός ότι οι πιστωτές δεν υποχρεούνται να προσφέρουν μέτρα ρύθμισης επανειλημμένως, εφόσον ο καταναλωτής δεν ανταποκρίνεται στην προσφορά του πιστωτικού φορέα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, εκτός αν συντρέχουν δικαιολογημένες περιστάσεις που αφορούν τις ατομικές συνθήκες του καταναλωτή. Αφετέρου, τονίζεται ότι δεν είναι υποχρεωμένοι να διενεργούν νέα αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας όταν προβαίνουν σε τροποποίηση των όρων υφιστάμενης σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν συνεπάγεται αύξηση πάνω από 20% του συνολικού ποσού που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής.

Σε περίπτωση που υπάρχει όρος σε δανειακή σύμβαση για τη σύναψη και ασφαλιστικής σύμβασης, ο δανειολήπτης έχει το δικαίωμα να διαλέξει ασφαλιστική εταιρεία διαφορετική από εκείνη που προτείνεται από τον πιστωτικό φορέα, εφόσον η παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη είναι αντίστοιχη με εκείνη που έχει προταθεί από τον πιστωτικό φορέα. Η άσκηση από τον καταναλωτή του δικαιώματός του να επιλέξει εναλλακτική ασφαλιστική εταιρεία δεν επιτρέπεται να επιφέρει δυσμενή μεταβολή στους όρους της προσφερόμενης πίστωσης.

Επιπλέον, οι πιστωτικοί φορείς απαγορεύεται να χρησιμοποιούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με τη διάγνωση ογκολογικής ασθένειας καταναλωτή για σκοπούς ασφαλιστικής σύμβασης συνδεδεμένης με σύμβαση πίστωσης, εφόσον έχουν παρέλθει πέντε έτη από την ολοκλήρωση της θεραπείας του.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT