Η παραδοσιακή στρατηγική της «ασφάλειας των καταθέσεων» που ακολουθούν τα ελληνικά νοικοκυριά αποτελεί μια επιλογή με υψηλό τίμημα, όπως τουλάχιστον καταδεικνύουν τα στοιχεία της τελευταίας πενταετίας. Το διάστημα 2021-2025 ο πληθωρισμός διάβρωσε σταδιακά την πραγματική αξία των αποταμιεύσεων, αποτελώντας ουσιαστικά έναν «αόρατο φόρο» στο κεφάλαιο, τη στιγμή που, για παράδειγμα, το ελληνικό Χρηματιστήριο κατέγραψε εκρηκτικό ράλι (150%), αναδεικνύοντας το μεγάλο χάσμα μεταξύ της ονομαστικής διατήρησης του κεφαλαίου και της πραγματικής του απόδοσης.
Απώλεια πλούτου
Ανάλυση της Freedom24 κάνει λόγο για «μια αθόρυβη αλλά σημαντική απώλεια πλούτου» η οποία συντελέστηκε στα ελληνικά νοικοκυριά τα πέντε τελευταία έτη, τη στιγμή που η ελληνική οικονομία έχει επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα και οι μακροοικονομικοί δείκτες ανακάμπτουν δυναμικά. «Η Ελλάδα παραμένει μια οικονομία προσηλωμένη στην αποταμίευση», όπως σημειώνεται. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ (Ιανουάριος 2024), το 60% των περιουσιακών στοιχείων του πληθυσμού παραμένει συγκεντρωμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς και μετρητά, από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωζώνη. Αυτό αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στο «συλλογικό τραύμα» της περιόδου 2009-2018, όταν η ρευστότητα ταυτίστηκε απόλυτα με την επιβίωση και την ασφάλεια.
Αν και ο συνολικός πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ το 2025, ένα μεγάλο μέρος αυτού του κεφαλαίου παραμένει «αδρανές», με αποτέλεσμα οι πολίτες να αυξάνουν την περιουσία τους με ρυθμούς σημαντικά χαμηλότερους από αυτούς που θα επέτρεπαν οι διεθνείς και εγχώριες αγορές.
Η ανάλυση επισημαίνει πως βασικό εμπόδιο για τον μέσο αποταμιευτή υπήρξε η συγκρατημένη στάση των εγχώριων τραπεζών να μετακυλήσουν άμεσα τις αυξήσεις των επιτοκίων της ΕΚΤ στους καταθέτες. Οταν η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια από το 0% στο 4,5% το 2022-2023, τα εγχώρια επιτόκια αποταμίευσης προσαρμόστηκαν κατά μέσον όρο μόλις στο 0,5%-1,1%, διευρύνοντας το επιτοκιακό περιθώριο.
Η συνεπακόλουθη διάβρωση της αγοραστικής δύναμης επηρέασε άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών. «Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, ο οποίος το 2022 άγγιξε το 9,65%, λειτούργησε ως ένας “αόρατος φόρος” στο κεφάλαιο», τονίζει η ανάλυση. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η σωρευτική πραγματική απόδοση των καταθέσεων για την πενταετία ήταν αρνητική, αγγίζοντας το -17%.
Για παράδειγμα, αναφέρει η Freedom24, ένα ποσό 10.000 ευρώ που βρισκόταν σε απλό τραπεζικό λογαριασμό το 2021, παρά την ελάχιστη ονομαστική αύξηση από τους τόκους, είχε το 2025 την αγοραστική δύναμη που θα αντιστοιχούσε σε μόλις 8.200 ευρώ στις αρχές της περιόδου.
Στον αντίποδα, η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά βίωσε μια περίοδο ιστορικής ανάκαμψης. Ο δείκτης FTSE / ATHEX Large Cap, ο οποίος περιλαμβάνει τις 25 μεγαλύτερες εταιρείες υψηλής ρευστότητας της χώρας, πρόσφερε αποδόσεις που υπερκάλυψαν τον πληθωρισμό. Η άνοδος τροφοδοτήθηκε από την εξυγίανση του τραπεζικού κλάδου, τις εισροές από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης και τη διεθνή εμπιστοσύνη στις ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις.
Το παράδειγμα που δίνει η Freedom24 είναι αποκαλυπτικό. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, με βάση τα μέσα επιτόκια καταθέσεων στην Ελλάδα, στις αρχές του 2021 ένα αρχικό κεφάλαιο σε τραπεζικό λογαριασμό ύψους 10.000 ευρώ αυξήθηκε στις 10.005 ευρώ στο τέλος του 2021, στις 10.020 ευρώ στο τέλος του 2022, στις 10.105 ευρώ στο τέλος του 2024 και στις 10.200 ευρώ στο τέλος του 2025, δηλαδή αυξήθηκε κατά μόλις 2% στην πενταετία.
Αντίθετα, μία επένδυση 10.000 ευρώ στον δείκτη FTSE των ελληνικών blue chips (με βάση την απόδοση του δείκτη, χωρίς μερίσματα και φόρους) στις αρχές του 2021, θα είχε αυξηθεί στις 11.025 ευρώ στα τέλη του έτους, στις 11.550 ευρώ στα τέλη του 2022, στις 16.020 ευρώ στα τέλη του 2023, στις 18.320 ευρώ στα τέλη του 2024 και στις 27.450 ευρώ στα τέλη του 2025. Δηλαδή, θα είχε κέρδος 175% στην πενταετία.
Παθητική αποταμίευση
Οπως καταλήγει η ανάλυση, η αποκλειστική εξάρτηση από την ασφάλεια των τραπεζικών καταθέσεων αποδεικνύεται ανεπαρκής σε ένα πληθωριστικό περιβάλλον. Η μετατόπιση από τη νοοτροπία του «αποταμιεύω παθητικά» στην προσέγγιση του «επενδύω ενεργά» αναδεικνύεται πλέον ως η πιο αποτελεσματική οδός για τις ελληνικές οικογένειες που επιθυμούν να προστατεύσουν τα χρήματά τους και να διασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη οικονομική τους σταθερότητα.

