Διαμάχη τραπεζών – δανειοληπτών για την απόφαση του Αρείου Πάγου

Διαμάχη τραπεζών – δανειοληπτών για την απόφαση του Αρείου Πάγου

Δεν μηδενίζονται οι τόκοι στα δάνεια του ν. Κατσέλη, λένε τραπεζίτες - servicers

3' 31" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Νέα εστία αντιπαράθεσης με τους δανειολήπτες που έχουν ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη δημιουργεί η διαφορετική ερμηνεία που κάνουν νομικοί κύκλοι των τραπεζών και των εταιρειών διαχείρισης στην απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος έκρινε αμετάκλητα ότι «ο υπολογισμός του επιτοκίου πρέπει να γίνει επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής». Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται το τι σημαίνει στην πράξη «τόκος επί της δόσης» και αν η απόφαση οδηγεί σε ουσιαστική ελάφρυνση των δανειοληπτών ή απλώς σε έναν διαφορετικό μαθηματικό τύπο υπολογισμού.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το τι σημαίνει «τόκος επί της δόσης» και αν η απόφαση οδηγεί σε ελάφρυνση των δανειοληπτών ή απλώς σε έναν άλλο τρόπο υπολογισμού.

Αν και τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης αναγνωρίζουν ότι ο εκτοκισμός των οφειλών του νόμου Κατσέλη όπως ισχύει σε ένα απλό τοκοχρεωλυτικό δάνειο παύει να ισχύει μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου, πλέον όπως υποστηρίζουν «ο τόκος θα υπολογίζεται επί της καθορισμένης μηνιαίας δόσης, αλλά για όλο τον χρόνο από την έναρξη της ρύθμισης έως τη λήξη της με τη γενικά αποδεκτή μέθοδο υπολογισμού τόκων». Με αυτή τη λογική οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι η απόφαση δεν μηδενίζει τους τόκους, ούτε ανατρέπει ριζικά το οικονομικό αποτέλεσμα των υφιστάμενων ρυθμίσεων. Απλώς αλλάζει τον μαθηματικό τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται.

Οπως έχει γράψει η «Κ» με βάση την ανάγνωση που κάνουν οι τράπεζες, «η πρώτη δόση θα επιβαρύνεται με τόκους 1 μήνα, η 12η δόση με τόκους 12 μηνών, η 24η δόση με τόκους 24 μηνών κ.ο.κ.» και έτσι σε ένα δάνειο π.χ. 120.000 ευρώ με διάρκεια αποπληρωμής 20 έτη και επιτόκιο 3%, η διαφορά της επιβάρυνσης από τους τόκους για τον δανειολήπτη είναι αμελητέα της τάξης των 3.500 ευρώ μεταξύ ενός τοκοχρεωλυτικού δανείου και αυτού που προτείνουν οι τράπεζες.

«Για όσους πουν το αντίθετο, δηλαδή ότι κάθε δόση θα έχει τόκο μόνο ενός μήνα (σαν να λέμε ότι η 1η δόση θα έχει τόκο 3 ευρώ, αλλά και η 100ή θα έχει πάλι τόκο 3 ευρώ), δεν θα παραπέμψουμε στον αστικό κώδικα», υποστηρίζουν τράπεζες και servicers, αλλά στην ίδια την απόφαση επικαλούμενοι το σημείο της απόφασης που ορίζει ότι «όταν το δικαστήριο επεμβαίνει δικαιοπλαστικά και καθορίζει τον αριθμό των δόσεων και τον χρόνο καταβολής τους, διασπά το κεφάλαιο σε περισσότερα επιμέρους κεφάλαια στα οποία θα πρέπει να υπολογιστεί ο τόκος με βάση την αρχή του παρεπόμενου, δηλαδή δεν μπορεί ο τόκος να υπολογίζεται επί της συνολικής οφειλής, όταν αυτή πλέον έχει επιμεριστεί σε περιοδικά καταβαλλόμενες οφειλές».

Παρά την επιχειρηματολογία αυτή, κύκλοι του Αρείου Πάγου επισημαίνουν στην «Κ» ότι η Ολομέλεια δεν προτίθεται να επανέλθει για να ερμηνεύσει την ίδια την απόφασή της, αφήνοντας να εννοηθεί ότι «η προσέγγιση που προβάλλεται επιχειρεί να επαναφέρει, μέσω διαφορετικής μαθηματικής διατύπωσης, τη λογική υπολογισμού τόκων που η πλειοψηφία της Ολομέλειας θέλησε να αποκλείσει».

«Οσοι επιχειρηματολογούν για την απόφαση, δεν μπορούν να επικαλούνται επιχειρήματα από την τραπεζική πρακτική», αντιτείνει ο διδάκτωρ Νομικής Δημήτρης Σπυράκος, ο οποίος ως Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή είχε την ευθύνη σύνταξης του ν. 3869/2010, εξηγώντας ότι το πρώτο καίριο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Αρειος Πάγος είναι ότι «η ρητή αναφορά του ύψους της μηνιαίας δόσης στη δικαστική απόφαση, κατά παρέκκλιση από τους τραπεζικούς κανόνες, υποδηλώνει την πρόθεση του νομοθέτη να αποστεί από τη συμβατική ρύθμιση της έννομης σχέσης βάσει των γενικών κανόνων της τραπεζικής πρακτικής». Ο Αρειος Πάγος, υποστηρίζει ο κ. Σπυράκος, «αναγνωρίζει τη σημασία που έχει η προστασία της κύριας κατοικίας, ως μάλιστα συνταγματικά προστατευόμενου κοινωνικού αγαθού, για την επανένταξη του υπερχρεωμένου οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή». Ετσι, «στη δόση που ορίζεται από το δικαστήριο για την προστασία της κύριας κατοικίας ο Αρειος Πάγος βλέπει «την οροφή και όχι μια βάση υπολογισμού, δυνάμενη να επιβαρυνθεί ουσιωδώς με τον συνυπολογισμό υπέρογκων τόκων».

Με αυτή την άποψη συντάσσεται ο αναπληρωτής καθηγητής Νομικής Αθηνών Ιάκωβος Βενιέρης επισημαίνοντας ότι «στον νόμο Κατσέλη ο νόμος επέβαλε εξαρχής την καταβολή της δόσης με επιπλέον ένα ποσό τόκου, όμως ως μικρή αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο δανειστής από την αδυναμία πληρωμής του αρχικού δανείου του οφειλέτη». Αρα υπογραμμίζει ότι «η απόφαση της Ολομέλειας έκρινε επί των νομικών και όχι επί των οικονομικών, και μάλλον έκρινε το αυτονόητο. Δεν μπορεί να αξιώνει κάποια τράπεζα ή εισπρακτική εταιρεία τόκο και κέρδος από κάποιον που είναι υπερχρεωμένος/πτωχευμένος και μάλιστα με απόφαση δικαστηρίου».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT