Νόμος Κατσέλη: Διαφορετικές ερμηνείες για την απόφαση του Αρείου Πάγου

Νόμος Κατσέλη: Διαφορετικές ερμηνείες για την απόφαση του Αρείου Πάγου

Οι τράπεζες θεωρούν ότι οι τόκοι των δανείων του νόμου Κατσέλη πρέπει να υπολογίζονται από την έναρξη της ρύθμισης

3' 40" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Πέπλο» προστασίας σε χιλιάδες δανειολήπτες, αλλά και νέο γύρο δικαστικών προσφυγών γεννά η απόφαση 6/2026 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που έκρινε ότι οι τόκοι που βαρύνουν τα ρυθμισμένα δάνεια του νόμου Κατσέλη, θα πρέπει να υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου του χρέους τους, όπως έπρατταν έως σήμερα οι τράπεζες και οι servicers.

Με την απόφασή του, ο Αρειος Πάγος έδωσε για πρώτη φορά οριστική απάντηση σε ένα κρίσιμο ζήτημα ερμηνείας του νόμου, ύστερα από προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο πλαίσιο υπόθεσης δανειολήπτριας από τα Ιωάννινα. Η Ολομέλεια αποφάσισε με ψήφους 35 υπέρ και 12 κατά, απαντώντας αποκλειστικά στο ερώτημα που τέθηκε από το δικαστήριο, χωρίς να επεκτείνεται στις συνέπειες που ενδέχεται να έχει η συγκεκριμένη ερμηνεία για άλλες αντίστοιχες υποθέσεις δανειοληπτών.

Η απόφαση ορίζει με σαφήνεια ότι «ο υπολογισμός του επιτοκίου πρέπει να γίνει επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής». Με τον τρόπο αυτό το Ανώτατο Δικαστήριο κλείνει οριστικά για τους οφειλέτες του νόμου Κατσέλη τον εκτοκισμό της οφειλής στη βάση ενός κοινού τοκοχρεωλυτικού δανείου, αναγνωρίζοντας τον πρωταρχικό σκοπό του νόμου Κατσέλη, δηλαδή «την αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία οδήγησε η υπερχρέωση των φυσικών προσώπων και η απαλλαγή των χρεών των υπερχρεωμένων δανειοληπτών».

Οπως αποφαίνονται οι δικαστές της πλειοψηφίας, μια αντίθετη ερμηνεία, δηλαδή ο υπολογισμός του επιτοκίου επί του συνολικού κεφαλαίου οφειλής, ενδεχομένως αναμενόμενος με βάση την τραπεζική πρακτική, δεδομένου ότι επιτρέπει μέσω αυτού του υπολογισμού την αποκόμιση κέρδους για τον πιστωτή, «θα οδηγούσε εν προκειμένω στον εκ νέου εγκλωβισμό του δανειολήπτη σε υπέρογκες δόσεις, υπερβαίνουσες τις οικονομικές του δυνατότητες, καταστρατηγώντας έτσι το πνεύμα και τον σκοπό του νόμου».

Από την πλευρά των τραπεζών αναγνωρίζεται ότι ο εκτοκισμός των οφειλών του νόμου Κατσέλη όπως ισχύει σε ένα απλό τοκοχρεωλυτικό δάνειο παύει να ισχύει μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου. Ωστόσο, το ζήτημα κάθε άλλο παρά λήξαν θεωρείται από την αγορά, καθώς ήδη τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων υποστηρίζουν ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην σε δραστική μείωση των τόκων ούτε συνεπάγεται ότι οι οφειλέτες θα πρέπει να επανυπολογίσουν τις οφειλές τους με βάση έναν σχεδόν μηδενικό τοκισμό.

Με βάση την ανά- γνωση των τραπεζών, «η πρώτη δόση επι- βαρύνεται με τόκους 1 μήνα, η 12η με τόκους 12 μηνών, η 24η με τόκους 24 μηνών κ.ο.κ.».

Η επιχειρηματολογία τους εστιάζεται στη διατύπωση της απόφασης σύμφωνα με την οποία το επιτόκιο υπολογίζεται «αυτοτελώς δι’ εκάστη των μηνιαίων δόσεων κατά τον μήνα εξόφλησής της». Κατά την ερμηνεία τους, η Ολομέλεια δεν υιοθέτησε τον κλασικό τραπεζικό υπολογισμό επί του εκάστοτε ανεξόφλητου κεφαλαίου, αλλά ούτε και απέκλεισε την επιβάρυνση κάθε δόσης με τόκο για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την έναρξη της ρύθμισης μέχρι τον μήνα που καθίσταται απαιτητή η συγκεκριμένη δόση. Με βάση την ανάγνωση που κάνουν οι τράπεζες, «η πρώτη δόση επιβαρύνεται με τόκους 1 μήνα, η 12η δόση με τόκους 12 μηνών, η 24η δόση με τόκους 24 μηνών κ.ο.κ.».

Η ερμηνεία αυτή, ωστόσο, δεν προκύπτει ρητά από το διατακτικό της απόφασης, στον βαθμό που ο Αρειος Πάγος δεν περιέγραψε αναλυτικά τον μαθηματικό μηχανισμό με τον οποίο θα πρέπει να εφαρμοστεί στην πράξη η συγκεκριμένη αρχή. Το γεγονός αυτό αφήνει ανοιχτό πεδίο για νέες διαφωνίες και ενδεχομένως νέες δικαστικές αντιπαραθέσεις.

Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις χιλιάδες εκκρεμείς υποθέσεις του νόμου Κατσέλη, καθώς από τον τρόπο εφαρμογής της απόφασης μπορεί να εξαρτηθεί αν θα προκύψουν ουσιαστικές μειώσεις στις οφειλές των δανειοληπτών ή αν η μεταβολή θα αφορά κυρίως τη μεθοδολογία υπολογισμού χωρίς σημαντική διαφοροποίηση του τελικού ποσού.

Περαιτέρω, «θα μπορούσε ένας δανειολήπτης που είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του και δεν έχει υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη να διεκδικήσει δικαστικά να έχει την ίδια αντιμετώπιση ως προς τον τοκισμό των δόσεων με όσους έχουν υπαχθεί σε καθεστώς προστασίας. Το δικαστήριο θα κρίνει», σημειώνει δικαστική πηγή.

Αν και η απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο πολιτικής δίκης θα αποτελέσει «πυξίδα» για τα δικαστήρια, δεν προχώρησε σε πρόβλεψη για αυτόματη επιστροφή ή συμψηφισμό των ποσών που καταβλήθηκαν επιπλέον από τους δανειολήπτες τα προηγούμενα χρόνια, με αποτέλεσμα η διεκδίκηση τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών να αποτελεί πλέον ατομική διαδικασία και να οδηγήσει όσους αξιώνουν χρήματα, πίσω στα δικαστήρια.

Δικαστικές πηγές εξηγούσαν στην «Κ» πως η απόφαση ήταν αναμενόμενο να μην περιλαμβάνει κάποια κρίση του δικαστηρίου για το ζήτημα της αναδρομικότητας καθώς δεν περιλαμβανόταν στο προδικαστικό ερώτημα του πρώην Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων που εστάλη στον Αρειο Πάγο προς επίλυση.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT