Μικρή ήταν η απώλεια της δυναμικής της ελληνικής οικονομίας το πρώτο τρίμηνο του έτους, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να επηρεάζει σε περιορισμένο βαθμό την οικονομική δραστηριότητα, η οποία αναπτύχθηκε με ετήσιο ρυθμό 2%. Βασικό στήριγμα αποτέλεσε η ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα, η οποία συνεχίζει να τροφοδοτείται από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που δημοσιεύθηκαν χθες ούτε ξάφνιασαν ούτε εκτροχίασαν τις τελευταίες προβλέψεις των οικονομολόγων, οι οποίοι τοποθετούν τον πήχυ της ανάπτυξης για ολόκληρο το έτος κοντά στο 1,7%.
Για τρίτο συναπτό τρίμηνο καταγράφηκε διψήφια αύξηση, της τάξεως του 12,1%, στις επενδύσεις παγίων, οι οποίες είχαν και τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην ετήσια ανάπτυξη με περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες. Η εξέλιξη αυτή ήταν αναμενόμενη, δεδομένης της επιτάχυνσης της υλοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης ενόψει της εκπνοής του προγράμματος. Θετικά σχολιάστηκε επίσης ότι τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην αύξηση των επενδύσεων παγίων είχαν κατηγορίες πέραν των κατοικιών, υποδηλώνοντας ευρύτερη ενίσχυση του παραγωγικού κεφαλαίου της οικονομίας.
Ενώ ο επενδυτικός πυλώνας επέδειξε ανθεκτικότητα, σημειώθηκε αποδυνάμωση της ιδιωτικής κατανάλωσης –με επιβράδυνση στο 0,7%, σε χαμηλό πενταετίας–, η οποία τα τελευταία χρόνια λειτουργεί ως βασικός μοχλός των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας. Ο δείκτης φαίνεται να επηρεάστηκε από την καταναλωτική εμπιστοσύνη, το βασικό «θύμα» της ενεργειακής αβεβαιότητας που επικράτησε μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Ταυτόχρονα, όμως, αποδόθηκε από οικονομολόγους και στη σύγκριση με το ιδιαίτερα ισχυρό πρώτο τρίμηνο του 2025, αλλά και στη συνεχιζόμενη μείωση των αποθεμάτων για τέταρτο συναπτό τρίμηνο από τα πολύ υψηλά επίπεδα στα οποία είχαν διαμορφωθεί στις αρχές του 2025.
Βασικό στήριγμα οι επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ αποδυναμώθηκε η ιδιωτική κατανάλωση.
«Η άνοδος του πληθωρισμού τον Απρίλιο και τον Μάιο 2026, σε συνδυασμό με την αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών στην Ελλάδα, δημιουργούν καθοδικούς κινδύνους για τον ρυθμό αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης τα επόμενα τρίμηνα», αναφέρει ο δρ Τάσος Αναστασάτος, επικεφαλής οικονομολόγος της Eurobank, σε σχετικό σημείωμά του. Σημαντική στήριξη στην οικονομική δραστηριότητα έδωσε και ο εξωτερικός τομέας, με την πορεία των εξαγωγών (+2,4%) να ενισχύεται ταχύτερα από τις εισαγωγές (+0,5%). Αυτό εξηγείται εν μέρει από τις χαμηλότερες τιμές των καυσίμων πριν από την έναρξη του πολέμου, οι οποίες συγκράτησαν την αξία των εισαγωγών.
Το ερώτημα της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας μεταφέρεται τώρα στο υπόλοιπο του έτους και εξαρτάται άμεσα από την ένταση και τη διάρκεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Σε τριμηνιαίο επίπεδο, η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε στο 0,2%, δείχνοντας ήδη σημάδια «κόπωσης» στη δραστηριότητα. Οι οικονομολόγοι αναμένουν περαιτέρω επιβράδυνση την περίοδο Απριλίου – Ιουνίου και διατηρούν αμετάβλητες τις προσδοκίες τους για ολόκληρο το έτος για ανάπτυξη μεταξύ 1,5% και 1,9%. Βέβαια, αυτό βασίζεται στην πρόβλεψη ότι η γεωπολιτική και ενεργειακή αναστάτωση θα αρχίσει να αποκλιμακώνεται στο δεύτερο εξάμηνο του 2026.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις νέες προβλέψεις του ΟΟΣΑ, που δημοσιεύθηκαν τις προηγούμενες ημέρες στο πλαίσιο του Economic Outlook, το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,9% το 2026 και 2% το 2027. Στα ίδια επίπεδα διαμορφώνονται και οι προσδοκίες της ΤτΕ. Η Κομισιόν έχει τοποθετήσει τον πήχυ στο 1,8% και 1,6% αντιστοίχως, ενώ το υπουργείο Οικονομικών στο 2% για φέτος.

