Για χρόνια στην Ελλάδα τα επιδόματα που συνδέονταν με κατοικίες, ενοίκια, αγροτεμάχια και περιουσιακά στοιχεία βασίζονταν κυρίως σε δηλώσεις των ίδιων των πολιτών. Ενα Ε9, μια φορολογική δήλωση, ένα μισθωτήριο ή μια υπεύθυνη δήλωση ήταν αρκετά ώστε να ανοίξει ο δρόμος για επιδοτήσεις, φοροαπαλλαγές και ενισχύσεις χιλιάδων ευρώ. Αυτό όμως αλλάζει ριζικά. Με την ενεργοποίηση του Μητρώου Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ), το κράτος περνάει σε μια νέα εποχή πλήρους ψηφιακής χαρτογράφησης της ακίνητης περιουσίας και αυτοματοποιημένων διασταυρώσεων. Από το επίδομα στέγασης και την επιστροφή ενοικίου μέχρι τις απαλλαγές ΕΝΦΙΑ, το φοιτητικό στεγαστικό επίδομα, τα προγράμματα «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» αλλά και τις αγροτικές ενισχύσεις, όλα θα περνούν πλέον μέσα από έναν ενιαίο μηχανισμό ελέγχου που θα επιτρέπει στη φορολογική διοίκηση να γνωρίζει ποιος έχει τι, ποιος μένει πού και τα εισοδήματα από μισθώματα.
Το Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων που ενεργοποιείται μέχρι τα τέλη του επόμενου μήνα, όπως αναφέρουν από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία ηλεκτρονική πλατφόρμα. Στην ουσία πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη ψηφιακή βάση δεδομένων ακινήτων της χώρας, όπου θα συγκεντρωθούν και θα διασταυρωθούν στοιχεία από το Ε9, το Κτηματολόγιο, τα μισθωτήρια, τις δηλώσεις εισοδήματος, τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, τις πολεοδομίες και άλλες κρατικές υπηρεσίες. Για πρώτη φορά το Δημόσιο θα έχει μια ενιαία εικόνα για κάθε ακίνητο. Ποιος είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης, αν το ακίνητο κατοικείται, αν είναι κενό, αν νοικιάζεται, αν χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία ή αν δηλώνεται διαφορετικά σε διαφορετικές υπηρεσίες.
Η μεγάλη αλλαγή είναι ότι μέχρι σήμερα πολλά επιδόματα βασίζονταν κυρίως σε όσα δήλωνε ο πολίτης, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις διαφορετικά στοιχεία εμφανίζονταν στο κτηματολόγιο και στο Ε9. Από εδώ και πέρα όμως τα στοιχεία αυτά ενοποιούνται. Αυτό σημαίνει ότι τα επιδόματα στέγασης θα ελέγχονται πλέον πολύ αυστηρότερα. Το κράτος θα μπορεί να διαπιστώνει αν ένα ακίνητο που δηλώνεται ως μισθωμένο είναι πράγματι κατοικήσιμο, αν χρησιμοποιείται όντως από τον δικαιούχο ή αν εμφανίζεται ταυτόχρονα ως κενό ή ακόμη και ως βραχυχρόνια μίσθωση. Οι εικονικές μισθώσεις και οι ψευδείς δηλώσεις κύριας κατοικίας θα εντοπίζονται πολύ πιο εύκολα, καθώς το σύστημα θα συνδέει τα δεδομένα του Ε1, του Ε2, του Ε9 και των ηλεκτρονικών μισθωτηρίων και του κτηματολογίου.
Αντίστοιχα, η επιστροφή ενοικίου θα εξαρτάται πλέον από πραγματικά στοιχεία και όχι μόνο από μια απλή δήλωση μίσθωσης. Το κράτος θα μπορεί να ελέγχει αν το ενοίκιο καταβάλλεται πράγματι, αν η κατοικία χρησιμοποιείται από τον μισθωτή και αν υπάρχουν ασυμφωνίες ανάμεσα στις δηλώσεις ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Οι περιπτώσεις κατοικιών που εμφανίζονται ως μισθωμένες μόνο «στα χαρτιά» αναμένεται να περιοριστούν σημαντικά.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το ΜΙΔΑ και για τις απαλλαγές από τον ΕΝΦΙΑ. Από το 2027, όπως προβλέπει το σχέδιο νόμου του υπουργείου Οικονομικών, η κύρια κατοικία δεν θα αποδεικνύεται κυρίως από τη φορολογική δήλωση αλλά από τα στοιχεία του ίδιου του Μητρώου.
Πολύ αυστηρότεροι αναμένονται και οι έλεγχοι στο φοιτητικό στεγαστικό επίδομα. Οι υπηρεσίες θα μπορούν να εντοπίζουν αν ένα ακίνητο ενοικιάζεται πραγματικά ή αν πρόκειται για εικονική μίσθωση μεταξύ συγγενικών προσώπων μόνο και μόνο για τη λήψη του επιδόματος. Αντίστοιχα, στα προγράμματα «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», το ΜΙΔΑ θα μπορεί να επιβεβαιώνει αν ένα ακίνητο ήταν πράγματι κενό πριν ενταχθεί στο πρόγραμμα, για πόσο διάστημα παρέμενε εκτός αγοράς και αν μετά την ανακαίνιση μισθώθηκε κανονικά. Με αυτόν τον τρόπο το κράτος επιχειρεί να περιορίσει τεχνητές δηλώσεις «κενών» κατοικιών που στόχο είχαν μόνο την εξασφάλιση επιδοτήσεων.
Ωστόσο, ίσως η πιο βαθιά αλλαγή αφορά τον αγροτικό τομέα και τις αγροτικές επιδοτήσεις. Για δεκαετίες, ειδικά στην ελληνική ύπαιθρο, το Ε9 λειτουργούσε σχεδόν ως υποκατάστατο Κτηματολογίου. Σε πολλές περιοχές τα όρια των χωραφιών ήταν ασαφή, οι τίτλοι ιδιοκτησίας ελλιπείς και οι δηλώσεις γίνονταν συχνά κατά προσέγγιση. Μέσα σε αυτό το τοπίο αναπτύχθηκαν πρακτικές που επέτρεπαν σε ορισμένους να εμφανίζουν μεγαλύτερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις προκειμένου να λαμβάνουν αυξημένες επιδοτήσεις.

