Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά την κρίση χρέους προέρχεται κυρίως από την άνοδο της απασχόλησης σε τομείς χαμηλής παραγωγικότητας. Με άλλα λόγια, αυξήθηκαν οι θέσεις εργασίας χωρίς να αυξηθεί η αποδοτικότητα της εργασίας. Η απόσταση που χωρίζει την παραγωγικότητα στην Ελλάδα από το επίπεδο της Ευρωζώνης έχει τα χαρακτηριστικά διαρθρωτικού χάσματος, το οποίο εγκυμονεί κινδύνους για τη διατηρησιμότητα των ρυθμών ανάπτυξης μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον εντεινόμενου ανταγωνισμού. Εξάλλου, το ύψος των εισοδημάτων βρίσκεται σε ευθεία συνάρτηση με το επίπεδο της παραγωγικότητας.
Ομολογουμένως, το 2024 σε σύγκριση με το 2023 καταγράφηκαν μικρές βελτιώσεις στην παραγωγικότητα της εργασίας ως προς το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο (1%) και το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας (0,77%). Μάλιστα, οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν περαιτέρω ενίσχυση της παραγωγικότητας στην ελληνική οικονομία το 2025 (δεν υπάρχουν ακόμη στοιχεία) και το 2026. Ωστόσο, οι αντίστοιχες επιδόσεις δεν είναι σε θέση να καλύψουν τη μεγάλη απόσταση από την Ευρώπη. Σύμφωνα με το Εθνικό Συμβούλιο Παραγωγικότητας, το 2024 το ελληνικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο παρέμεινε στο 52% του μέσου όρου της Ευρωζώνης και στο 57% του μέσου όρου της Ε.Ε. Το ελληνικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας ήταν ακόμη χαμηλότερο, στο 46% του μέσου όρου της Ευρωζώνης και στο 40% του μέσου όρου της Ε.Ε. Τα αντίστοιχα κενά παραγωγικότητας αναμένεται να παραμείνουν ίδια στον πυρήνα τους και την επόμενη διετία. Μάλιστα, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει τουλάχιστον 15% κάτω από το επίπεδο του 2009. Κατ’ επέκτασιν, δεν είναι τυχαίο ότι η ελληνική οικονομία έχει χάσει έδαφος σε όρους συνολικής ανταγωνιστικότητας – με βάση την παγκόσμια κατάταξη του IMD, κατατάσσεται 50ή σε 69 οικονομίες παγκοσμίως και 22η στις 26 χώρες της Ε.Ε. (δεν περιλαμβάνεται η Μάλτα).
Τα δεδομένα συνηγορούν στη διαπίστωση ότι η ανάπτυξη των τελευταίων ετών δεν συνοδεύεται από κάποια έκρηξη της παραγωγικότητας. Για την ακρίβεια, το ελληνικό ΑΕΠ ανακάμπτει μεν από την κρίση, όμως δεν συγκλίνει με τα ευρωπαϊκά επίπεδα παραγωγικότητας – δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι δεν συγκλίνει και σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Η παραγωγικότητα στην Ελλάδα υποχώρησε από την κατάρρευση των επενδύσεων και των κεφαλαίων την περίοδο της κρίσης. Στη συνέχεια παρέμεινε στάσιμη, καθώς η οικονομική ανάκαμψη προήλθε κυρίως από την αύξηση της εργασίας και την ενίσχυση της κατανάλωσης. Από το 2020 και μετά σημειώνεται κάποια μικρή βελτίωση από χαμηλή βάση.
Οι σχετικά χαμηλές επενδύσεις, το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, η περιορισμένη ενσωμάτωση τεχνολογίας και η κλαδική διάρθρωση της οικονομίας –βλ. τουρισμό και υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας– έχουν επισημανθεί επανειλημμένως ως βασικές αιτίες της χαμηλής παραγωγικότητας εργασίας από διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΟΣΑ, οι οποίοι έχουν προβεί σε συστάσεις που εκτείνονται από τη μείωση των κανονιστικών βαρών και την ενδυνάμωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έως την κατάρτιση για καλύτερες δεξιότητες και τη διευκόλυνση της πρόσβασης στη φροντίδα των παιδιών.
Στο μεταξύ, παρά τη δεδομένη πρόοδο στην ψηφιοποίηση της οικονομίας της, ιδίως μετά την εκδήλωση της πανδημίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά στο πεδίο της ψηφιακής ανταγωνιστικότητας. Αν και το 2025 ανέβηκε τρεις θέσεις στην αντίστοιχη κατάταξη του IMD, κατατάσσεται 49η μεταξύ 67 οικονομιών παγκοσμίως και 23η στις 26 χώρες της Ε.Ε. (πλην της Μάλτας). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η χώρα μας υποχώρησε 9 θέσεις στην αποτελεσμα-τικότητα των επιχειρήσεων.

