Στον έλεγχο του βρετανικού δημοσίου περνάει η British Steel, βάζοντας τέλος, τουλάχιστον προσωρινά, στην πολυετή αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον της χαλυβουργίας του Σκάνθορπ και της τελευταίας μονάδας στη χώρα που μπορεί να παράγει χάλυβα από πρωτογενείς πρώτες ύλες.
Η εθνικοποίηση έρχεται λίγους μήνες μετά την ανάληψη του επιχειρησιακού ελέγχου του εργοστασίου από τη βρετανική κυβέρνηση, παρότι η εταιρεία εξακολουθούσε να ανήκει στον κινεζικό όμιλο Jingye. Το Λονδίνο υποστηρίζει ότι η κίνηση ήταν αναγκαία για να προστατευθούν οι θέσεις εργασίας και να διατηρηθεί μια «ζωτικής σημασίας εθνική δυνατότητα». Το τίμημα, ωστόσο, είναι βαρύ. Σύμφωνα με έκθεση της βρετανικής Εθνικής Ελεγκτικής Υπηρεσίας, η λειτουργία της μονάδας κόστιζε στο κράτος περίπου 1,3 εκατ. στερλίνες την ημέρα.
Το εργοστάσιο της British Steel στο Σκάνθορπ, στο Λίνκολνσαϊρ, απασχολεί περίπου 2.700 εργαζομένους, δηλαδή σχεδόν τα τρία τέταρτα του συνολικού προσωπικού της εταιρείας. Πρόκειται για την τελευταία μονάδα στη Βρετανία που παράγει πρωτογενή χάλυβα, ο οποίος κατασκευάζεται από σιδηρομετάλλευμα και χρησιμοποιείται σε μεγάλα έργα υποδομής, όπως σιδηροδρομικές γραμμές, κτίρια και κατασκευές υψηλών απαιτήσεων.
Σε αντίθεση με τον ανακυκλωμένο χάλυβα, ο πρωτογενής χάλυβας εμφανίζει λιγότερες ατέλειες και θεωρείται απαραίτητος για συγκεκριμένες βιομηχανικές και κατασκευαστικές εφαρμογές. Εάν η παραγωγή στο Σκάνθορπ σταματούσε οριστικά, η Βρετανία θα γινόταν η μοναδική χώρα της Ομάδας των Επτά ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου, του G7, χωρίς δυνατότητα παραγωγής πρωτογενούς χάλυβα. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει αυτό το ενδεχόμενο ως απειλή για την οικονομική και εφοδιαστική ασφάλεια της χώρας, καθώς η Βρετανία θα εξαρτιόταν πλήρως από τις διεθνείς αγορές για ένα υλικό κρίσιμο για τις υποδομές, την άμυνα και τη μεταποίηση.
Η British Steel δημιουργήθηκε το 2016, όταν η Tata Steel πούλησε το ζημιογόνο τμήμα της που παρήγαγε «επιμήκη προϊόντα», όπως σιδηροδρομικές ράγες και μεταλλικές δοκούς. Η επενδυτική εταιρεία Greybull Capital απέκτησε τη δραστηριότητα έναντι μόλις μιας στερλίνας και την επανέφερε στην αγορά με την ονομασία British Steel. Τρία χρόνια αργότερα, όμως, η εταιρεία κατέρρευσε οικονομικά και πέρασε στον βρετανικό μηχανισμό αφερεγγυότητας. Το 2020 πωλήθηκε στην κινεζική Jingye, η οποία δεσμεύθηκε να επενδύσει στην επιχείρηση.
Η Jingye υποστήριξε αργότερα ότι το εργοστάσιο έχανε περίπου 700.000 στερλίνες την ημέρα και τον Μάρτιο του 2025 ξεκίνησε διαβούλευση για το ενδεχόμενο κλεισίματός του.
Μετά την απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης, ο κινεζικός όμιλος διεκδικεί αποζημίωση, ενώ το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας εξέφρασε την έντονη αντίθεσή του στην εθνικοποίηση. Το ύψος της πιθανής αποζημίωσης θα καθοριστεί από ανεξάρτητο εκτιμητή, με βάση την αξία της επιχείρησης. Η κρίση της British Steel αντανακλά τα βαθύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει συνολικά η βρετανική χαλυβουργία. Η παγκόσμια υπερπαραγωγή έχει δημιουργήσει πλεόνασμα χάλυβα στις διεθνείς αγορές, πιέζοντας τις τιμές. Την ίδια στιγμή, οι βρετανικές βιομηχανίες επιβαρύνονται με υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε σχέση με ανταγωνιστές τους σε άλλες χώρες. Οι πιέσεις εντάθηκαν μετά την επιβολή δασμού 25% στις εισαγωγές χάλυβα από τις ΗΠΑ, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο έναν κλάδο που βρίσκεται σε μακροχρόνια υποχώρηση.
Η Jingye είχε υποστηρίξει ότι οι υψικάμινοι του Σκάνθορπ δεν ήταν πλέον οικονομικά βιώσιμες, επικαλούμενη τις δύσκολες συνθήκες της αγοράς, τους δασμούς και το κόστος μετάβασης σε τεχνολογίες χαμηλότερων εκπομπών άνθρακα.
Η λειτουργία της μονάδας κοστίζει στο κράτος περίπου 1,3 εκατ. στερλίνες την ημέρα.
Στο Σκάνθορπ υπάρχουν τέσσερις υψικάμινοι, οι οποίες φέρουν ονόματα Αγγλίδων βασιλισσών: Bess, Mary, Anne και Victoria. Από αυτές λειτουργούν πλέον μόνο οι Bess και Anne. Οι δύο υψικάμινοι είναι ιδιαίτερα παλαιές. Η Bess ξεκίνησε να παράγει χάλυβα το 1938 και η Anne το 1954, γεγονός που σημαίνει ότι πλησιάζουν στο τέλος της επιχειρησιακής ζωής τους.
Οι υψικάμινοι έχουν σχεδιαστεί για να λειτουργούν αδιάκοπα. Εάν κρυώσουν, το λιωμένο μέταλλο στο εσωτερικό τους μπορεί να στερεοποιηθεί, προκαλώντας σοβαρές ζημιές και καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη και δαπανηρή την επανεκκίνησή τους.
Ακόμη και μια προγραμματισμένη ανακαίνιση μπορεί να κοστίσει δεκάδες εκατομμύρια στερλίνες. Παράλληλα, τα αποθέματα οπτάνθρακα και σιδηρομεταλλεύματος που απαιτούνται για τη συνέχιση της λειτουργίας τους είχαν περιοριστεί σημαντικά.
Η διατήρηση των υψικαμίνων σε λειτουργία αποτελεί επομένως αγώνα με τον χρόνο, αλλά και βασική προϋπόθεση για να διασωθεί η παραγωγική δυνατότητα της χώρας.
Η βρετανική χαλυβουργία αποτελεί πλέον μικρό τμήμα της οικονομίας. Το 2024 συνεισέφερε περίπου 1,7 δισ. στερλίνες, ποσό που αντιστοιχεί στο 0,1% του ΑΕΠ και στο 0,8% της μεταποιητικής παραγωγής της χώρας. Το 2023 η Βρετανία παρήγαγε 5,6 εκατ. τόνους ακατέργαστου χάλυβα, μόλις το 0,3% της παγκόσμιας παραγωγής. Την ίδια χρονιά η Κίνα παρήγαγε περισσότερους από 1 δισ. τόνους, καλύπτοντας περίπου το 54% της παγκόσμιας αγοράς.
Η εξάρτηση της Βρετανίας από τις εισαγωγές είναι ήδη μεγάλη. Το 2024 εισήγαγε σχεδόν 7 εκατ. τόνους χάλυβα, με περίπου τα δύο τρίτα να προέρχονται από χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι κυριότεροι προμηθευτές τελικών προϊόντων χάλυβα ήταν η Ολλανδία, η Ισπανία και η Γερμανία.
Η εθνικοποίηση δίνει στην κυβέρνηση χρόνο για να αποφασίσει την επόμενη ημέρα της British Steel. Δεν λύνει, όμως, το βασικό πρόβλημα: πώς μπορεί να διατηρηθεί μια στρατηγικά αναγκαία παραγωγή, όταν η λειτουργία της παραμένει οικονομικά ασύμφορη.
Το πιθανότερο είναι ότι το δημόσιο θα αναζητήσει νέο επενδυτή ή ένα διαφορετικό μοντέλο λειτουργίας. Μέχρι τότε, το Λονδίνο καλείται να πληρώνει καθημερινά ένα ιδιαίτερα υψηλό τίμημα για να μην αφήσει τις τελευταίες βρετανικές υψικαμίνους να σβήσουν.

