Το κεφάλαιο των πρωτοφανών διακυμάνσεων, που έφεραν την παγκόσμια αγορά ελαιολάδου αντιμέτωπη με μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της το 2022-2024, έχει κλείσει οριστικά, εκτιμά η ισπανική Deoleo, η μεγαλύτερη εταιρεία του κόσμου στον κλάδο.
«Ο εξαιρετικά περίπλοκος κύκλος της αγοράς που βίωσε η Deoleo μεταξύ 2022 και 2024, ο οποίος είχε σοβαρό αλλά προσωρινό αντίκτυπο στον κλάδο, έχει πλέον οριστικά περάσει», δήλωσε στο CNBC ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας πίσω από τα brand names Bertolli και Carbonell, Κριστόμπαλ Βαλντέζ.
Με τις τάσεις των βροχοπτώσεων να είναι ευνοϊκές στην Ισπανία και τις άλλες μεγάλες χώρες παραγωγής, η απόδοση της επόμενης σοδειάς προβλέπεται καλή σε όλο τον κόσμο, κάτι που θα οδηγήσει σε μια πιο ισχυρή αλλά και ισορροπημένη προσφορά. Οι εκτιμήσεις αυτές είναι ενθαρρυντικές, σε μια περίοδο που οι αναλυτές εκφράζουν ανησυχίες ότι η κλιματική αλλαγή, η ξηρασία και οι ασθένειες των καλλιεργειών θα φέρουν δραματικές μεταβολές στην αγορά του ελαιολάδου, από τη μία σεζόν στην άλλη.
Τα προηγούμενα χρόνια, τόσο οι επαγγελματίες του κλάδου όσο και οι καταναλωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα σοκ, καθώς η σοβαρή ξηρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες σε μεγάλα μέρη της Ν. Ευρώπης κατέστρεψαν σημαντικά κομμάτια της σοδειάς, εκτινάσσοντας τις τιμές. Εκτοτε, η αγορά έχει ισορροπήσει και πάλι, με τις τιμές του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου στην Ισπανία να διαμορφώνονται περίπου στα 3,9 ευρώ ανά κιλό, πολύ μακριά από τα 9,3 ευρώ το κιλό που είχαν φτάσει τον Ιανουάριο του 2024.
«Αυτή η σταθεροποίηση της προσφοράς παρέχει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας και μας επιτρέπει να προβλέψουμε ένα πιο σταθερό περιβάλλον τιμολόγησης. Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε ανάκαμψη της παγκόσμιας ζήτησης από τα νοικοκυριά», δήλωσε ο Βαλντέζ. Πραγματικά, η αποκλιμάκωση των τιμών επιτρέπει τη μεγαλύτερη διείσδυση του ελαιολάδου στην αμερικανική αγορά, όπου οι καταναλωτές ενσωματώνουν όλο και περισσότερο στην καθημερινότητά τους ένα προϊόν που θεωρείται η βάση της μεσογειακής διατροφής.
Η Deoleo βλέπει τους όγκους των πωλήσεών της να βελτιώνονται σε όλες τις βασικές αγορές της, την ώρα που ο αριθμός των αμερικανικών νοικοκυριών που αγοράζουν ελαιόλαδο αυξάνεται, και μάλιστα σε όλα τα εισοδηματικά στρώματα.

